
Οι ευρωπαϊκές μετοχές ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με αυξημένες προκλήσεις στο δεύτερο μισό του έτους και να υστερήσουν σε απόδοση έναντι των αμερικανικών και των αναδυόμενων αγορών, καθώς η αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου απειλεί να περιορίσει έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες στήριξης της εταιρικής κερδοφορίας, σύμφωνα με τη JPMorgan Chase.
«Εάν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν στα τρέχοντα επίπεδα ή κινηθούν ακόμη χαμηλότερα, ενδέχεται να δούμε αναθεωρήσεις προς τα κάτω στις προβλέψεις κερδοφορίας του ενεργειακού κλάδου, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει το σύνολο της αγοράς», τόνισε η Νατάλια Λιπιχίνα, επικεφαλής στρατηγικής μετοχών για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική (EMEA) στην JPMorgan Private Bank.
Όπως επισήμανε, το βασικό ζητούμενο για τις ευρωπαϊκές αγορές είναι εάν οι υπόλοιποι τομείς της οικονομίας θα καταφέρουν να διατηρήσουν θετικούς ρυθμούς αύξησης κερδών, σε μια περίοδο όπου η συμβολή του ενεργειακού κλάδου εμφανίζεται εξασθενημένη.
Η εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σε μια συγκυρία κατά την οποία το επενδυτικό κλίμα για τις ευρωπαϊκές μετοχές έχει βελτιωθεί σημαντικά μετά την αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή. Τις τελευταίες ημέρες αρκετοί αναλυτές, μεταξύ των οποίων στελέχη της JPMorgan, της Goldman Sachs και της Barclays, έχουν αναθεωρήσει ανοδικά τις προβλέψεις τους για τις φετινές αποδόσεις των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων.
Ο δείκτης STOXX Europe 600 κατάφερε την περασμένη εβδομάδα να ανακτήσει πλήρως τις απώλειες που είχαν προκληθεί από τη γεωπολιτική κρίση, επιστρέφοντας σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, καθώς οι επενδυτές προσαρμόστηκαν σε ένα περιβάλλον μειωμένου γεωπολιτικού κινδύνου, χαμηλότερων ενεργειακών ανησυχιών και ενισχυμένου ενδιαφέροντος για κυκλικούς κλάδους.
Παρά την πρόσφατη διόρθωση, το Brent εξακολουθεί να διαπραγματεύεται σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από εκείνα που επικρατούσαν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν. Ωστόσο, η πτώση του κατά 8% την προηγούμενη εβδομάδα και η διατήρησή του κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο τα σενάρια υπερπροσφοράς στην αγορά αργού πετρελαίου, ιδιαίτερα μετά την επίτευξη της προσωρινής ειρηνευτικής συμφωνίας.
Κατά τη Λιπιχίνα, η μελλοντική πορεία των ευρωπαϊκών μετοχών θα εξαρτηθεί πλέον κυρίως από την πραγματική εξέλιξη της εταιρικής κερδοφορίας και λιγότερο από τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Με δεδομένο ότι οι αποτιμήσεις αντανακλούν ήδη αισιόδοξες προσδοκίες για τα κέρδη των επιχειρήσεων, τυχόν αρνητικές εκπλήξεις στα οικονομικά αποτελέσματα θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν τη στρατηγική υπερεπένδυσης στην Ευρώπη.
Η JPMorgan εξακολουθεί να δίνει έμφαση σε επενδυτικές επιλογές που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, όπως οι εταιρείες τεχνολογίας, οι κατασκευαστές ημιαγωγών και οι βιομηχανικοί όμιλοι που ωφελούνται από τις διεθνείς επενδύσεις σε υποδομές. Παράλληλα, η Λιπιχίνα διακρίνει ευκαιρίες στους κλάδους των ειδών πολυτελείας και της πολιτικής αεροναυπηγικής, οι οποίοι έχουν παρουσιάσει ασθενέστερες επιδόσεις το τελευταίο διάστημα.
Παρότι αναγνωρίζει τις ευκαιρίες που προσφέρει η ευρωπαϊκή αγορά, η στρατηγικός της JPMorgan εξακολουθεί να προτιμά τις αμερικανικές και τις αναδυόμενες αγορές, όπου οι προοπτικές ενίσχυσης της κερδοφορίας παραμένουν πιο ελκυστικές.
Όπως υπογράμμισε, οι γεωπολιτικές εντάσεις μπορούν να επηρεάσουν τις αγορές σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, ωστόσο η μακροπρόθεσμη πορεία τους εξακολουθεί να καθορίζεται από τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.
«Οι ευρωπαϊκές μετοχές ενδέχεται να συνεχίσουν να υποαποδίδουν έναντι των αμερικανικών και των αναδυόμενων αγορών στο δεύτερο εξάμηνο, καθώς οι αναθεωρήσεις κερδών που συνδέονται με το πετρέλαιο αποτέλεσαν σημαντικό στήριγμα. Εάν οι τιμές του πετρελαίου κινηθούν χαμηλότερα, αυτή η ώθηση θα περιοριστεί και η προσοχή θα στραφεί στη δυναμική κερδοφορίας της υπόλοιπης αγοράς», δήλωσε.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται και για τον βρετανικό δείκτη FTSE 100. Οι στρατηγικοί αναλυτές της Bloomberg Intelligence, Λοράν Ντουγιέ και Σιμπαράσε Γκούμπο, προειδοποίησαν ότι η αναμενόμενη αύξηση κερδών κατά 18% για φέτος δέχεται πιέσεις, εξαιτίας της μεγάλης εξάρτησης του δείκτη από τις πρώτες ύλες και κυρίως από την πορεία των τιμών του πετρελαίου.


