Η ακραία ζέστη και το αβέβαιο μέλλον της υδροδότησης απειλούν τις αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων (assets) σε ολοένα και περισσότερους κλάδους της οικονομίας, καθώς οι επιπτώσεις επεκτείνονται από την παραγωγικότητα της εργασίας έως το ενεργειακό κόστος, σύμφωνα με ανάλυση της Moody’s.
“Η ζέστη και το νερό δεν αποτελούν πλέον δύο ξεχωριστούς κινδύνους που εξελίσσονται σε διαφορετικές χρονικές κλίμακες”, δήλωσε ο Mohsen Rahnama, managing director και επικεφαλής των μοντέλων καταστροφών και των ασφαλιστικών λύσεων της Moody’s, σε νέα έκθεση του οίκου. “Συγκλίνουν — και μάλιστα με ταχύτητα”.
Για τους επενδυτές, οι δύο αυτοί κίνδυνοι μεταφράζονται πλέον σε λειτουργικό ρίσκο, μεταβλητότητα των κερδών και έκθεση σε περιουσιακά στοιχεία που κινδυνεύουν να καταστούν μη αξιοποιήσιμα, προειδοποίησε ο ίδιος, όπως αναφέρει το Bloomberg.
Το 2026 οδεύει πλέον προς το να καταγραφεί ως το θερμότερο έτος στην ανθρώπινη ιστορία. Στην Ευρώπη, την ταχύτερα θερμαινόμενη ήπειρο του πλανήτη, οι υψηλές θερμοκρασίες έχουν αναδείξει τα μεγάλα κενά στην προετοιμασία των κρατών, καθώς οι υποδομές δοκιμάζονται υπό πρωτοφανείς πιέσεις.
Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ήδη ότι οι διαταραχές στις αγροτικές παραγωγές, στις αλυσίδες εφοδιασμού πρώτων υλών και στην ίδια την ικανότητα των ανθρώπων να εργάζονται υπό συνθήκες ακραίας ζέστης θα επηρεάσουν τόσο τον πληθωρισμό όσο και το ΑΕΠ. Το 2026 εξελίσσεται έτσι σε μια χρονιά κατά την οποία η κλιματική αλλαγή περνά από τη σφαίρα των προβλέψεων στην καθημερινή οικονομική πραγματικότητα, ανατρέποντας τις μέχρι σήμερα ισορροπίες.
Ο Rahnama σημείωσε ότι οι κίνδυνοι από τη ζέστη και την έλλειψη νερού αρχίζουν ήδη να “βαραίνουν” τις αξίες στον κλάδο των ακινήτων. Εφόσον οι επιπτώσεις αυτές δεν αποτυπωθούν έγκαιρα στις αποτιμήσεις, μπορούν να διαβρώσουν σταδιακά τις ταμειακές ροές και τις αποδόσεις χαρτοφυλακίων σε κλάδους όπως η γεωργία, η παραγωγή ενδυμάτων και η κατασκευή ημιαγωγών.
Το συμπέρασμα για τους επενδυτές είναι ότι καλούνται πλέον να προσαρμοστούν σε ένα “νέο τοπίο κινδύνων”, στο οποίο τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής μετατρέπονται από έκτακτες απειλές σε μόνιμα χαρακτηριστικά του επενδυτικού περιβάλλοντος.
“Αντασφαλιστές, τράπεζες και επενδυτές παρακολουθούν στενά τις ίδιες τάσεις”, τόνισε ο Rahnama, δεδομένου ότι οι επιπτώσεις τους εκτείνονται σε ολόκληρες περιοχές και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο κατευθύνονται τα κεφάλαια ως απάντηση στους φυσικούς κινδύνους.
Στις ΗΠΑ, η Moody’s εξέτασε δείγμα περίπου 159.000 εγκαταστάσεων με υψηλή κατανάλωση νερού και διαπίστωσε ότι σχεδόν 49.000 ενδέχεται να αντιμετωπίσουν υψηλή ή πολύ υψηλή πίεση από τους υδάτινους πόρους τις επόμενες δεκαετίες. Η πλειονότητά τους βρίσκεται στο Τέξας και την Καλιφόρνια, ενώ πάνω από το 60% των εγκαταστάσεων που εξετάστηκαν αφορούν βαριά βιομηχανία και μονάδες επεξεργασίας.
Περίπου το ένα τέταρτο χρησιμοποιείται για την παραγωγή τροφίμων και ποτών, ενώ περίπου το 14% αφορά δραστηριότητες εξόρυξης και λατομείων, σύμφωνα με την έκθεση.
Η αποτύπωση αυτών των κινδύνων αποτελεί, ωστόσο, σημαντική πρόκληση και για τον ασφαλιστικό κλάδο, καθώς οι ζημιές εξελίσσονται αργά και δεν εμφανίζονται πάντοτε ως ένα σαφές, μεμονωμένο περιστατικό.
“Τα παραδοσιακά ασφαλιστήρια αποζημίωσης δεν ταιριάζουν εύκολα με τους χρόνιους κινδύνους”, ανέφερε ο Rahnama. Οι ζημιές που προκαλούνται από την παρατεταμένη ζέστη και το υδατικό στρες συσσωρεύονται σταδιακά, είναι δύσκολο να μοντελοποιηθούν με ακρίβεια και συχνά πλήττουν ταυτόχρονα μεγάλο αριθμό ασφαλισμένων στην ίδια περιοχή. Αυτό, όπως εξηγεί, περιορίζει στην πράξη τη δυνατότητα διαφοροποίησης του κινδύνου που αποτελεί βασικό στοιχείο του παραδοσιακού ασφαλιστικού μοντέλου.


