Η Ασία κυριαρχεί και πάλι στην έρευνα Pisa 2025 του ΟΟΣΑ, όμως στην κατάταξη αυτή καταγράφεται “η ασθενέστερη μέση επίδοση που έχει παρατηρηθεί ποτέ”, κυρίως στην ικανότητα ανάγνωσης, όπου η πτώση θεωρείται “ιδιαίτερα ανησυχητική”.
Η μελέτη Pisa, που δημοσιεύεται κάθε τρία χρόνια, έχει επιβληθεί με το πέρασμα των ετών ως ένα παγκόσμιο βαρόμετρο της επίδοσης των εκπαιδευτικών συστημάτων και παρακολουθείται στενά από τις κυβερνήσεις.
Από το 2000 αξιολογεί τις σχολικές επιδόσεις των μαθητών ηλικίας 15 ετών και εξετάζει την κατανόηση γραπτού κειμένου, καθώς και τις επιδόσεις τους στα μαθηματικά και τις επιστήμες, έχοντας κάθε φορά έναν “κυρίαρχο” τομέα, που για την έκδοση 2025 είναι οι επιστήμες.
Συνολικά εξετάσθηκαν 760.000 νέοι από 91 χώρες και εδάφη.
Όπως και σε προηγούμενες μελέτες, ασιατικές χώρες είναι μεταξύ των καλύτερων μαθητών σ’ αυτούς τους τρεις τομείς, αλλά και “στην επίλυση προβλημάτων με χρήση πληροφορικής”, η οποία αξιολογήθηκε για πρώτη φορά.
Οι τέσσερις κινεζικές επαρχίες και μητροπόλεις Πεκίνο, Σανγκάη, Τζιανγκσού και Τζετζιάνγκ, που μελετήθηκαν από τον ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), έρχονται πρώτες στις επιστήμες και τα μαθηματικά, ενώ η Σιγκαπούρη κυριαρχεί στην κατανόηση κειμένου. Το Μακάο, η Ταϊβάν, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα συμπληρώνουν τις πρώτες θέσεις της κατάταξης.
Ωστόσο σ’ αυτή τη μελέτη καταγράφεται “η ασθενέστερη μέση επίδοση που έχει ποτέ παρατηρηθεί στις χώρες του ΟΟΣΑ”.
“Η επίδοση στις επιστήμες λίγο-πολύ διατηρείται, όμως υπάρχει πτώση μεγαλύτερη από 20 μονάδες στην κατανόηση γραπτού κειμένου και στα μαθηματικά”, υπογραμμίζει ο Ερίκ Σαρμπονιέ, ειδικός του ΟΟΣΑ για την εκπαίδευση.
Για τον οργανισμό, 20 μονάδες αντιστοιχούν σε μια σχολική χρονιά.
“Στο σύνολο του ΟΟΣΑ, ένας μαθητής στους πέντε αντιμετωπίζει πλέον δυσκολίες στους τρεις αυτούς τομείς. Το 2022 ήταν ένας στους έξι”, διαπίστωσε ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ Ματίας Κόρμαν κατά την παρουσίαση της έρευνας στους δημοσιογράφους.
Λεπτομερέστερα, οι επιδόσεις στις επιστήμες υποχώρησαν κατά επτά μονάδες κατά μέσο όρο από το 2015 ως το 2025 στις χώρες του ΟΟΣΑ, ενώ παρέμειναν συνολικά σταθερές στα άλλα εκπαιδευτικά συστήματα που αξιολογήθηκαν. Στα μαθηματικά, η πτώση φθάνει τις 22 μονάδες κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ, έναντι οκτώ μονάδων αλλού.
Η υστέρηση είναι ακόμα εντονότερη στην κατανόηση κειμένου, με μέση οπισθοχώρηση 28 μονάδων σε διάστημα δέκα ετών στις χώρες του ΟΟΣΑ, έναντι 16 μονάδων στις άλλες χώρες και οικονομίες που συμμετέχουν στην έρευνα.
Πρόκειται για μια “ιδιαίτερα ανησυχητική πτώση, καθώς η ανάγνωση είναι η πύλη εισόδου από την οποία περνάει το ουσιώδες μέρος της σχολικής μάθησης”, υπογραμμίζει ο ΟΟΣΑ.
Ο οργανισμός αναφέρει πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων η αλλαγή στην πρακτική της ανάγνωσης που συνδέεται με τη γενίκευση των οθονών, η μείωση της διάθεσης για ανάγνωση μεταξύ των νέων και οι αλλαγές στη σχέση με το σχολείο που παρατηρούνται μετά την πανδημία της Covid το 2020.
Οι μαθητές έχουν πλέον “πολύ περισσότερες δυσκολίες να απαντήσουν στις ερωτήσεις που απαιτούν περίπλοκες γνωστικές διαδικασίες, σκέψη, ανάγνωση μακροσκελών κειμένων (400 λέξεων), συγκέντρωση”, διευκρίνισε ο Σαρμπονιέ.
Πρόκειται για “ικανότητες που έχουν τη μέγιστη σημασία στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης”, εκτιμά ο ΟΟΣΑ, ο οποίος ενδιαφέρθηκε επίσης για τη χρήση αυτών των νέων εργαλείων.
“Η έρευνα Pisa δεν δίνει οριστική απάντηση, όμως εκ πρώτης όψεως τα δεδομένα δεν είναι ιδιαίτερα θετικά”, υπογραμμίζει ο οργανισμός. Στις επιστήμες, η πιο εντατική χρήση της τεχνητής νοημοσύνης συνδέεται εν γένει με λιγότερο καλά αποτελέσματα.
Ωστόσο, μερικά από τα πιο αποδοτικά εκπαιδευτικά συστήματα, όπως αυτά της Σιγκαπούρης ή του Μακάο, είναι μεταξύ αυτών στα οποία οι μαθητές δηλώνουν περισσότερο πως καταφεύγουν στην τεχνητή νοημοσύνη.
Στην Ευρώπη, η Εσθονία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Φινλανδία ή η Ιρλανδία βρίσκοναι πάνω από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ, όπως ο Καναδάς και η Νέα Ζηλανδία.
“Η πτώση δεν είναι αναπόφευκτη (…) Όμως η αντιστροφή της τάσης απαιτεί συγκέντρωση, πειθαρχία και δράση”, διαβεβαιώνει ο Κόλμαν.
Ο ΟΟΣΑ συνιστά να επικεντρωθούν εκ νέου οι προσπάθειες στις θεμελιώδεις γνώσεις, να υποστηρίζονται καλύτερα οι εκπαιδευτικοί, να εμπλέκονται περισσότερο οι γονείς, να ενισχυθεί η υποστήριξη των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που αντιμετωπίζουν τα περισσότερα προβλήματα και να χρησιμοποιηθούν οι ψηφιακές τεχνολογίες ως μοχλός εμβάθυνσης της μάθησης “μάλλον παρά ως μέσο για να παρακάμπτεται”.


