Ευρωπαϊκές εταιρείες, από τους ισπανικούς ξενοδοχειακούς ομίλους έως τις γερμανικές ναυτιλιακές εταιρείες, διακόπτουν τις δραστηριότητές τους στην Κούβα, καθώς η Ουάσιγκτον προχώρησε την Παρασκευή στην ενίσχυση του εμπάργκο που επιβάλλει εδώ και δεκαετίες, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής του από το καθεστώς της Αβάνας στις επιχειρηματικές σχέσεις της ΕΕ με το νησί.
Μεταξύ αυτών που πλήττονται περισσότερο είναι και οι ισπανικοί ξενοδοχειακοί όμιλοι Meliá και Iberostar. Για δεκαετίες, τα πολυτελή θέρετρα που λειτουργούσαν στις ειδυλλιακές παραλίες της Κούβας αποτελούσαν τα “διαμάντια” του παγκόσμιου χαρτοφυλακίου τους. Ωστόσο, τις τελευταίες εβδομάδες, οι κολοσσοί του ξενοδοχειακού κλάδου απέσυραν τη διοίκηση και το εμπορικό σήμα τους από δεκάδες ακίνητα στο νησί, με την Meliá να επικαλείται ένα “μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό, κοινωνικό, νομικό και οικονομικό περιβάλλον”.
Η μαζική αποχώρηση των ισπανικών ξενοδοχειακών ομίλων έλαβε χώρα λίγο πριν την εφαρμογή, την Παρασκευή, των αυστηρών νέων κυρώσεων των ΗΠΑ που στοχεύουν ξένες εταιρείες που συνεργάζονται με κρατικούς φορείς της Κούβας — ιδίως τον όμιλο GAESA.
Το πακέτο κυρώσεων εντάσσεται στην ευρύτερη εκστρατεία του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για την ανατροπή του καθεστώτος του Κουβανού προέδρου Μιγκέλ Ντίαζ-Κανέλ, αλλά ενέχει τον κίνδυνο να εμπλέξει στην υπόθεση την ΕΕ — τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του νησιού και την κύρια πηγή ξένων επενδύσεων. Αντιμέτωπες με τον κίνδυνο δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και αποκλεισμού από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, ευρωπαϊκές εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε τομείς που κυμαίνονται από τη ναυτιλία και τα logistics έως την ενέργεια και τη γεωργία, εκποιούν απεγνωσμένα τα συμφέροντά τους στο νησί και σπεύδουν να αποχωρήσουν.
For decades, Cuba has been the world capital for radical left-wing terrorism. The regime in Havana has recruited, trained and backed violent Marxist and third-worldist movements across our hemisphere and beyond. Today, we are targeting the network that enables and funds Cuba’s…
— Secretary Marco Rubio (@SecRubio) June 4, 2026
Τον περασμένο μήνα, ο γαλλικός ναυτιλιακός κολοσσός CMA CGM και η γερμανική Hapag-Lloyd ανέστειλαν τις δραστηριότητές τους από και προς την Κούβα μέχρι νεωτέρας. Οι εταιρείες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 60% του ναυτιλιακού όγκου της Κούβας, ανέφεραν αμφότερες την απειλή των αμερικανικών κυρώσεων ως λόγο της απόφασής τους.
Σύμφωνα με τον Ντάνιελ Μπερνμπέκ, διευθύνοντα σύμβουλο της Γερμανικής Αντιπροσωπείας για την Προώθηση του Εμπορίου και των Επενδύσεων στην Κούβα, οι νέες κυρώσεις προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία στις μεσαίες επιχειρήσεις της Ευρώπης που δραστηριοποιούνται στο νησί.
“Οι μικρότερες εταιρείες ενδέχεται να εξαφανιστούν εύκολα από τον χάρτη”, δήλωσε στο Politco. Ο Μπερνμπέκ πρόσθεσε ότι οι γερμανικοί όμιλοι που δραστηριοποιούνται στον ενεργειακό τομέα της χώρας — τους οποίους αρνήθηκε να κατονομάσει — ενδέχεται να διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο.
Η Σουζάν Γκράτιους, ερευνήτρια στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, δήλωσε ότι οι κίνδυνοι πλέον είναι μεγαλύτεροι από τα οφέλη της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Κούβα. Το νέο status quo κινδυνεύει να αφήσει το νησί, το οποίο βιώνει μια σοβαρή οικονομική κρίση, σε μια ακόμη πιο ακραία “μορφή πραγματικής απομόνωσης”.
Οι τελευταίες κυρώσεις της Ουάσιγκτον στοχοθετούν συνεργασίες που εδώ και χρόνια αποτελούν τη βάση των οικονομικών σχέσεων της Κούβας με την Ευρώπη.
Το πακέτο κυρώσεων στοχεύει εταιρείες που συνεργάζονται με την κρατική επιχείρηση Grupo de Administración Empresarial S.A. (GAESA) του κουβανικού στρατού, έναν αδιαφανή γιγαντιαίο όμιλο που, σύμφωνα με απόρρητα κυβερνητικά αρχεία που εξασφάλισε πέρυσι η εφημερίδα Miami Herald, εκτιμάται ότι ελέγχει περίπου το 40% της οικονομίας του νησιού.
Ο κρατικά ελεγχόμενος φορέας, του οποίου τα οικονομικά στοιχεία φυλάσσονται αυστηρά, διαχειρίζεται τον τραπεζικό κλάδο της χώρας, τα βενζινάδικα, τα σούπερ μάρκετ και το μεγαλύτερο μέρος του τουριστικού κλάδου. Τα ξενοδοχεία και τα θέρετρα της χώρας δεν αποτελούν μόνο κινητήρια δύναμη του τομέα των υπηρεσιών, ο οποίος αντιπροσωπεύει πάνω από το 70% της οικονομίας της χώρας, αλλά και βασική πηγή συναλλάγματος που χρησιμοποιεί το κράτος για την αγορά βασικών ειδών πρώτης ανάγκης στη διεθνή αγορά.
“Η GAESA ουσιαστικά κατέχει… τον τουριστικό κλάδο”, δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, στη Γερουσία την Τρίτη.
Πάνω από τα μισά ξενοδοχεία της χώρας ανήκουν στη θυγατρική της GAESA, Gaviota, και σχεδόν όλα διοικούνται από ξένους ξενοδοχειακούς ομίλους. Μέχρι αυτή την εβδομάδα, οι ισπανικές Meliá και Iberostar ήταν οι κυρίαρχοι ξένοι παίκτες στο νησί, διαχειριζόμενες ένα χαρτοφυλάκιο 52 καταλυμάτων που περιελάμβανε ένα all-inclusive θέρετρο γκολφ κοντά στην εμβληματική παραλία Βαραντέρο και τέσσερα πολυτελή ξενοδοχεία στην Αβάνα.
Οι νέες κυρώσεις πλήττουν τον κάποτε ισχυρό τουριστικό τομέα της Κούβας σε μια στιγμή που βρίσκεται ήδη σε δεινή κατάσταση. Οι ξένοι επισκέπτες έχουν τρομάξει από τα οικονομικά προβλήματα της χώρας και τα μπλακάουτ και έχουν στραφεί σε άλλους προορισμούς.
Ως αποτέλεσμα, οι κουβανικές τουριστικές αρχές ανέφεραν δραματική πτώση στις ετήσιες επισκέψεις, από 4,7 εκατομμύρια το 2018 σε μόλις 1,9 εκατομμύρια πέρυσι. Σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία της κουβανικής κυβέρνησης, οι αριθμοί αυτοί συνέχισαν να μειώνονται, με μόλις 30.551 αφίξεις τουριστών να καταγράφονται τον Απρίλιο του 2026.
Πέρα από τον τουρισμό, οι ευρωπαϊκές εταιρείες διατρέχουν τον κίνδυνο να έρθουν αντιμέτωπες με τις αμερικανικές κυρώσεις λόγω της συμμετοχής τους στην παραγωγή ενός από τα πιο διάσημα αλκοολούχα προϊόντα εξαγωγής της Κούβας.
Το ρούμι Havana Club παράγεται μέσω μιας κοινοπραξίας μεταξύ του γαλλικού κολοσσού ποτών Pernod Ricard και της κρατικής εταιρείας Cuba Ron. Ο όμιλος με έδρα το Παρίσι έχει εμπλακεί εδώ και δεκαετίες σε μια νομική διαμάχη σχετικά με την ιδιοκτησία του brand name, το οποίο διεκδικούν οι εξόριστοι ιδιοκτήτες της εταιρείας ποτών Bacardi.
Οι αμερικανικές κυρώσεις κατά της Κούβας έχουν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν τα οικονομικά αποτελέσματα των ευρωπαϊκών εταιρειών, αλλά η αντίδραση από τις εθνικές αρχές ή τα θεσμικά όργανα της ΕΕ ήταν χλιαρή.
Παρόλο που η Ισπανία διατηρεί οικονομικούς και ιστορικούς δεσμούς με την Κούβα, η αριστερή κυβέρνηση του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ έχει αποφύγει να υιοθετήσει σκληρή στάση στο θέμα.
Ο υπουργός Οικονομίας της Ισπανίας, Κάρλος Κουέρπο, δήλωσε την Τετάρτη ότι η κυβέρνηση “παρακολουθεί στενά” την κατάσταση στην Κούβα και εργάζεται για να “ελαχιστοποιήσει τον αντίκτυπο στις εταιρείες μας”.
Ομοίως, οι γαλλικές και γερμανικές αρχές περιορίστηκαν στο να δηλώσουν ότι “παρακολουθούν στενά” τις εξελίξεις στο νησί.
Ο Γερμανός ερευνητής Μπερτ Χόφμαν δήλωσε ότι οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν ενδιαφέρονται να εμπλακούν σε άμεση σύγκρουση με την Ουάσιγκτον για το θέμα. Οι αρχές έχουν ουσιαστικά αποδεχτεί ότι “οι ΗΠΑ δεν θα επιτρέψουν στους Ευρωπαίους να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στις σχέσεις με την Κούβα”.
“Με τι θα μπορούσε να απειλήσει η Ισπανία τις ΗΠΑ;”, ρώτησε ο Χόφμαν, τονίζοντας την έλλειψη πραγματικής δύναμης της Ευρώπης να αντισταθμίσει τις κινήσεις των ΗΠΑ.
Απαντώντας σε ερωτήσεις του Politico σχετικά με τα σχέδιά της για την αντιμετώπιση του ζητήματος, εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωσε ότι η Κομισιόν ενθαρρύνει έναν “εποικοδομητικό διάλογο” μεταξύ Ουάσιγκτον και Αβάνας.
Η στάση αυτή επικρίθηκε από βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπως η Ισπανίδα ευρωβουλευτής Leire Pajín, μέλος της ομάδας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, η οποία δήλωσε ότι πρέπει να γίνουν περισσότερα για την αντιμετώπιση “του αμερικανικού εμπάργκο, το οποίο έχει επανειλημμένα καταδικαστεί από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ” και για την προστασία των ευρωπαϊκών συμφερόντων στο νησί.
“Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να υπερασπιστεί τη στρατηγική της αυτονομία”, είπε. “Πρέπει να υπερασπιστεί τις ευρωπαϊκές εταιρείες”.
Η Γαλλίδα ευρωβουλευτής Leïla Chaibi, μέλος της ομάδας της Αριστεράς στο ΕΚ τόνισε: “Όσον αφορά την Κούβα, συμπεριφερόμαστε απέναντι στις ΗΠΑ σαν μικρό σκυλάκι”.

