Το Πακιστάν ζήτησε από τις ΗΠΑ τη δημιουργία μιας διευκόλυνσης σταθεροποίησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας ύψους 10 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με πηγή που έχει γνώση του θέματος. Εφόσον εγκριθεί, η πρωτοβουλία αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντική οικονομική ανάσα για τη χώρα της Νότιας Ασίας, η οποία αντιμετωπίζει σοβαρές δημοσιονομικές πιέσεις.
Το αίτημα, το οποίο δημοσιοποιείται για πρώτη φορά, ακολουθεί τον ρόλο του Πακιστάν στη διαμεσολάβηση συνομιλιών για τον πόλεμο με το Ιράν, γεγονός που ενίσχυσε το διπλωματικό του προφίλ και δημιούργησε προσδοκίες ότι θα μπορούσε να αποκομίσει οικονομικά οφέλη από την Ουάσιγκτον και άλλους εταίρους.
Στο αίτημα προς τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, η Ισλαμαμπάντ ζητά τη σύσταση μιας Διμερούς Διευκόλυνσης Στήριξης της Σταθερότητας της Συναλλαγματικής Ισοτιμίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της κυβέρνησης του Πακιστάν, ύψους 10 δισ. δολαρίων, με διάρκεια έως και πέντε έτη, σύμφωνα με το Reuters.
Εάν εγκριθεί, η διευκόλυνση αυτή θα ενισχύσει τα συναλλαγματικά αποθέματα του Πακιστάν, θα μειώσει τις πιέσεις στο εθνικό νόμισμα, τη ρουπία, και θα περιορίσει την εξάρτηση της χώρας από την πολυμερή χρηματοδότηση, την ώρα που η κυβέρνηση εφαρμόζει αυστηρότερη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική στο πλαίσιο του προγράμματος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).
Το Πακιστάν εξακολουθεί να βρίσκεται υπό το πρόγραμμα χρηματοδότησης του ΔΝΤ ύψους 7 δισ. δολαρίων, το οποίο έχει επιβάλει πολιτικά αντιδημοφιλείς αυξήσεις φόρων, περιορισμό των δημόσιων δαπανών και μεταρρυθμίσεις.
Οι διευκολύνσεις σταθεροποίησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας αποτελούν σπάνιους μηχανισμούς στήριξης του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, οι οποίοι συνήθως παρέχονται μέσω του Exchange Stabilization Fund (Ταμείου Σταθεροποίησης Συναλλάγματος) και προσφέρουν δολάρια, ανταλλαγές νομισμάτων ή εγγυήσεις για την ενίσχυση των συναλλαγματικών αποθεμάτων και τη σταθεροποίηση των νομισμάτων.
Οι μηχανισμοί αυτοί διαφέρουν από τις μόνιμες γραμμές ανταλλαγής δολαρίων που διατηρεί η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ με ορισμένες μεγάλες κεντρικές τράπεζες, οι οποίες λειτουργούν ως διεθνής μηχανισμός παροχής δολαριακής ρευστότητας για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Το πακέτο στήριξης προς την Αργεντινή το 2025 ήταν η πρώτη νέα διευκόλυνση σταθεροποίησης συναλλάγματος προς ξένη κυβέρνηση μετά την αντίστοιχη συμφωνία με την Ουρουγουάη το 2002, με εξαίρεση τη μακροχρόνια γραμμή ανταλλαγής με το Μεξικό, η οποία χρονολογείται από τη δεκαετία του 1940 και σήμερα ανέρχεται σε 9 δισ. δολάρια.
Το Πακιστάν απέφυγε οριακά τη στάση πληρωμών το 2023 χάρη σε συμφωνία χρηματοδότησης έκτακτης ανάγκης ύψους 3 δισ. δολαρίων με το ΔΝΤ και στη συνέχεια εξασφάλισε ένα πρόγραμμα Extended Fund Facility ύψους 7 δισ. δολαρίων. Ωστόσο, τα συναλλαγματικά του αποθέματα εξακολουθούν να εξαρτώνται από επίσημη χρηματοδότηση, αναχρηματοδοτήσεις και καταθέσεις από την Κίνα και τη Σαουδική Αραβία.
Αυτό καθιστά την Ισλαμαμπάντ ευάλωτη σε μεταβολές της διμερούς στήριξης και σε καθυστερήσεις εκταμιεύσεων από το ΔΝΤ. Η ευπάθεια αυτή έγινε εμφανής τον Απρίλιο, όταν το Πακιστάν αποπλήρωσε περίπου 3,5 δισ. δολάρια — ποσό που αντιστοιχούσε στο ένα πέμπτο των συναλλαγματικών του αποθεμάτων — προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ η Σαουδική Αραβία παρείχε νέα οικονομική στήριξη ύψους 3 δισ. δολαρίων.
Η κεντρική τράπεζα του Πακιστάν ανακοίνωσε τον Ιανουάριο ότι τα συναλλαγματικά αποθέματα θα μπορούσαν να επιστρέψουν κοντά στο ιστορικό υψηλό του 2021, φτάνοντας τα 20 δισ. δολάρια έως το τέλος του 2026.
Αναδιαμόρφωση των σχέσεων με την Ουάσιγκτον
Μια αμερικανική διευκόλυνση σταθεροποίησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας θα είχε ιδιαίτερη σημασία τόσο ως μηχανισμός παροχής ρευστότητας όσο και ως πολιτικό μήνυμα στήριξης, μειώνοντας τις πιέσεις στα συναλλαγματικά αποθέματα και στη ρουπία του Πακιστάν, ενώ παράλληλα θα περιόριζε την εξάρτηση της χώρας από τις εκταμιεύσεις του ΔΝΤ και τις έκτακτες διασώσεις.
Οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζονται με τη στήριξη του ΔΝΤ έχουν σταθεροποιήσει την οικονομία, αλλά με σημαντικό πολιτικό κόστος, καθώς περιλαμβάνουν υψηλότερη φορολογία, περιορισμό των δημόσιων δαπανών και περιορισμένα περιθώρια για αναπτυξιακές ή κοινωνικές δαπάνες.
Ο διεθνής οίκος αξιολόγησης Fitch ανέφερε τον Απρίλιο ότι η προσήλωση του Πακιστάν στο πρόγραμμα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) έχει ενισχύσει τη χρηματοδοτική ικανότητα της χώρας, ενώ η ανασυγκρότηση των συναλλαγματικών αποθεμάτων παρέχει ένα “μαξιλάρι” προστασίας απέναντι στους οικονομικούς κραδασμούς που προκαλεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, εξακολουθούν να υφίστανται βαθύτεροι περιορισμοί. Η Fitch προειδοποίησε ότι η αύξηση του ενεργειακού κόστους και οι πιθανές διαταραχές στον εφοδιασμό θα μπορούσαν να μειώσουν σημαντικά τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας.
Οι ξένες επενδύσεις στο Πακιστάν παραμένουν περιορισμένες, καθώς αποθαρρύνονται από τις επαναλαμβανόμενες εξωτερικές κρίσεις, την αβεβαιότητα ως προς την οικονομική πολιτική, τους κινδύνους ασφαλείας, τους περιορισμούς που είχαν επιβληθεί στο παρελθόν στον επαναπατρισμό κερδών, καθώς και από τη στενή εξαγωγική βάση της οικονομίας. Παράλληλα, η πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας εξακολουθεί να βρίσκεται βαθιά στην κατηγορία των κερδοσκοπικών αξιολογήσεων, γεγονός που διατηρεί υψηλό το κόστος δανεισμού και περιορίζει την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.
Το Πακιστάν επιδιώκει να αξιοποιήσει τις σχέσεις του με την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ προκειμένου να αντιμετωπίσει ορισμένα από αυτά τα προβλήματα, μέσω οικονομικής συνεργασίας που μέχρι στιγμής καλύπτει τους τομείς των κρυπτονομισμάτων, των ακινήτων και της εξόρυξης.
Συγκεκριμένα, το Πακιστάν υπέγραψε συμφωνία για τη χρήση stablecoin στις διασυνοριακές πληρωμές με θυγατρική της World Liberty Financial, της βασικής εταιρείας κρυπτονομισμάτων της οικογένειας του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Παράλληλα, επιδιώκει την υπογραφή μνημονίου συνεργασίας με την αμερικανική κυβέρνηση για την ανακατασκευή του ξενοδοχείου Roosevelt Hotel στη Νέα Υόρκη, το οποίο ανήκει στην κρατική αεροπορική εταιρεία PIA και παραμένει κλειστό, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να προσελκύσει αμερικανικές επενδύσεις στον εξορυκτικό τομέα, μεταξύ άλλων στο κοίτασμα Reko Diq, για το οποίο η Export-Import Bank των ΗΠΑ έχει ανακοινώσει χρηματοδότηση ύψους 1,2 δισ. δολαρίων.


