Η S&P Global Ratings απέδωσε την Εθνική Τράπεζα την υψηλότερη περιβαλλοντική βαθμίδα (Dark Green), υπογραμμίζοντας το ρόλο που έχει διαδραματίσει η ΕΤΕ στη χρηματοδότηση της ενεργειακής μετάβασης της Ελλάδας.
Παράλληλα, οι αναλυτές του αμερικανικού οίκου υπογραμμίζουν πως η τράπεζα έχει κατευθύνει σημαντικούς πόρους σε νέες επενδύσεις ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αποθήκευσης, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ενίσχυση της «πράσινης» παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα.
Νέες επενδύσεις στις ΑΠΕ
Η S&P αναφέρει ότι έως τις 14 Ιουλίου 2026 το 100% των κεφαλαίων του τρίτου πράσινου ομολόγου της Εθνικής και το 72% του τέταρτου είχαν ήδη διατεθεί για τη χρηματοδότηση συνολικά 228 έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ελλάδα. Το χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνει φωτοβολταϊκά πάρκα, αιολικά έργα, μικρά υδροηλεκτρικά, συστήματα αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες (BESS) και έργα αντλησιοταμίευσης.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι όλα τα κεφάλαια που έχουν διατεθεί έως σήμερα από την τελευταία έκδοση πράσινου ομολόγου κατευθύνθηκαν στη χρηματοδότηση νέων έργων και όχι στην αναχρηματοδότηση υφιστάμενων επενδύσεων, χαρακτηρίζοντας τη συγκεκριμένη πρακτική ως ιδιαίτερα θετική. Αντίστοιχα, για το προηγούμενο πράσινο ομόλογο σημειώνεται ότι το 54% των κεφαλαίων διοχετεύθηκε σε νέες επενδύσεις και το υπόλοιπο 46% σε αναχρηματοδοτήσεις.
Η υψηλότερη περιβαλλοντική αξιολόγηση
Το σημαντικότερο συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι όλες οι χρηματοδοτήσεις που εξετάστηκαν ταξινομούνται ως «Dark Green», την υψηλότερη βαθμίδα του συστήματος «Shades of Green» της S&P. Η συγκεκριμένη κατηγορία αποδίδεται σε έργα που θεωρούνται πλήρως ευθυγραμμισμένα με τη μακροπρόθεσμη μετάβαση προς μία οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Μάλιστα, ο οίκος σημειώνει χαρακτηριστικά ότι η Εθνική Τράπεζα «διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη χρηματοδότηση της ενεργειακής μετάβασης στην Ελλάδα», ενώ υπογραμμίζει ότι μέσω των δύο τελευταίων πράσινων ομολόγων έχει συμβάλει στη χρηματοδότηση περίπου 3,2 GW εγκατεστημένης ισχύος σε έργα παραγωγής και αποθήκευσης καθαρής ενέργειας.
Σύμφωνα με την ανάλυση της S&P, η ενίσχυση των συγκεκριμένων επενδύσεων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς το 2025 περίπου το 47% της ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα προήλθε από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, κυρίως αιολικά και φωτοβολταϊκά, ενώ το φυσικό αέριο εξακολουθεί να καλύπτει περίπου το 41% του ενεργειακού μείγματος και ο λιγνίτης έχει περιοριστεί σε ποσοστό κάτω του 5%.
Θετική εικόνα για τη διαφάνεια
Η S&P αξιολογεί θετικά τόσο τη διαδικασία επιλογής των έργων όσο και την ποιότητα της δημοσιοποίησης στοιχείων από την ΕΤΕ.
Επισημαίνει ότι η τράπεζα παρέχει αναλυτικές πληροφορίες για κάθε κατηγορία επένδυσης, διαχωρίζει τα κεφάλαια που κατευθύνονται σε νέες χρηματοδοτήσεις από εκείνα που χρησιμοποιούνται για αναχρηματοδοτήσεις και εφαρμόζει διεθνώς αναγνωρισμένες μεθοδολογίες για τη μέτρηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Ο διεθνής οίκος δεν εντοπίζει ουσιαστικές αδυναμίες στην εφαρμογή του πλαισίου των πράσινων ομολόγων, σημειώνοντας μόνο ως πεδίο βελτίωσης ότι η Εθνική δεν παρουσιάζει σύγκριση μεταξύ των αρχικών εκτιμήσεων και του πραγματικού περιβαλλοντικού αποτελέσματος των χρηματοδοτούμενων έργων, κάτι που θεωρείται διεθνής βέλτιστη πρακτική.


