- -
“Αγοραστές” των μετοχών των τεσσάρων ελληνικών συστημικών τραπεζών δηλώνουν η UBS και η HSBC, εκτιμώντας πως παρά το ριμπάουντ που έχουν σημειώσει από την βουτιά που κατέγραψαν λόγω των αναταραχών που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν, οι αποτιμήσεις τους παραμένουν ελκυστικές, με το περιθώριο για re-rating να είναι σημαντικό.
UBS: Έρχεται νέο re-rating
Πιο αναλυτικά, όπως σημειώνει η UBS, ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος έχει ανακάμψει από τα πρόσφατα χαμηλά επίπεδα που προκάλεσε το sell-off λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, αλλά οι αποτιμήσεις των μετοχών των τεσσάρων συστημικών τραπεζών εξακολουθούν να είναι ελκυστικές, κατά την άποψή της.
Οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται με εκτιμώμενο P/E για το 2027 στο 8,2x έναντι 9,0x για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, με discount 9%. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν επίσης κόστος ιδίων κεφαλαίων COE 12,3% έναντι 11,4% της Ευρώπης, ενώ η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου είναι περίπου 3,8%.
Η UBS βλέπει τη μεγαλύτερη δυνατότητα re-rating στις μετοχές της Τράπεζας Πειραιώς, αλλά καθώς η προτίμησή της είναι στο franchise με ισχυρό ισολογισμό και υψηλή κερδοφορία, συνεχίζει να προτιμά την Eurobank, ενώ και η Εθνική Τράπεζα φαίνεται επίσης ελκυστική (δυνατότητα διατήρησης υψηλότερων διανομών), όπως επισημαίνει.
Επιπλέον, και η Alpha Bank είναι ελκυστική, κατά την άποψη του ελβετικού οίκου, καθώς βλέπει δυνατότητες για υψηλότερη κερδοφορία μεσοπρόθεσμα (η Alpha ανέβαλε την Capital Markets Day της στο δεύτερο εξάμηνο από το δεύτερο τρίμηνο, όπου και θα αποκάλυπτε το νέο επιχειρηματικό της σχέδιο).
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ελβετικός οίκος διατηρεί τη σύσταση buy και για τις τέσσερις τράπεζες, με την τιμή-στόχο της Eurobank να διατηρείται στα 4,6 ευρώ υποδηλώνοντας περιθώριο ανόδου 23%, της Τράπεζας Πειραιώς στα 10,80 ευρώ με περιθώριο ανόδου 33%, της Alpha Bank στα 4,65 ευρώ με περιθώριο ανόδου 28% και της Εθνικής Τράπεζας να τοποθετείται στα 17,30 ευρώ με περιθώριο ανόδου 21%.
Συνεχίζεται ο ισχυρός εταιρικός πιστωτικός κύκλος
Παράλληλα, η UBS αναλύει δεδομένα του κλάδου από την Τράπεζα της Ελλάδος για τον Φεβρουάριο του 2026, ενώ το εργαλείο παρακολούθησης των καθαρών εσόδων από τόκους (NII) του οίκου, παρέχει περαιτέρω πληροφορίες στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών τραπεζών. Ο Φεβρουάριος ήταν ακόμα η ηρεμία πριν από την καταιγίδα, ο τελευταίος μήνας πριν από την κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, όπως επισημαίνει.
Έτσι, όπως τονίζει, μένει να δούμε σε ποιο βαθμό τα παγκόσμια μακροοικονομικά ζητήματα θα επηρεάσουν την πιστωτική ανάπτυξη, ειδικά σε τομείς όπως ο τουρισμός και η ναυτιλία, αλλά βλέπει ένα διαρθρωτικό story εταιρικών επενδύσεων στην Ελλάδα, με τις τράπεζες να αναμένουν ισχυρές τάσεις εταιρικής πίστωσης για τα επόμενα τρία χρόνια, σύμφωνα με τα πρόσφατα επικαιροποιημένα επιχειρηματικά τους σχέδια (Eurobank – 7,5% ετησίως, Εθνική Τράπεζα – υψηλές αποδόσεις σε ετήσια βάση, Πειραιώς – 10% ετησίως).
Τα δεδομένα του κλάδου για τον Φεβρουάριο έδειξαν συνεχιζόμενη ισχυρή εταιρική πιστωτική ανάπτυξη (+9,4% σε ετήσια βάση, +1,3% σε μηνιαία βάση), όπως σημειώνει η UBS, Παρατηρεί ότι ο Δεκέμβριος του 2025 αποτέλεσε μία ιδιαίτερα μεγάλη κορύφωση στον εταιρικό δανεισμό, με τις νέες πιστώσεις να έχουν υποχωρήσει σημαντικά τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2026, κάτι που η UBS σημειώνει [πως θα πρέπει να συνεχίσει να παρακολουθεί.
Τα NIMs σε σημείο καμπής
Οι ελληνικές τράπεζες φαίνεται να βρίσκονται σε σημείο καμπής με τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια (NIMs) να σταθεροποιούνται, ενώ η αύξηση του όγκου συνεχίζει να εμφανίζεται, καθώς αναμένεται να αρχίσουμε να βλέπουμε αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους (NIIs) σε διαδοχική βάση, τονίζει η UBS.
Οι αποδόσεις των εταιρικών δανείων σταθεροποιούνται, με τα εταιρικά spreads πάνω από το Euribor 3 μηνών να είναι επίσης σταθερά μετά από μια μακρά περίοδο μείωσης των spreads.
Το κόστος καταθέσεων είναι επίσης σταθερό στις 30 μονάδες βάσης, ενώ το spread μεταξύ δανείων και καταθέσεων διαμορφώνεται σε ένα σχετικά ελκυστικό επίπεδο του 4,3%.
Τα νέα σχέδια των τραπεζών δείχνουν ότι τα NIMs θα μπορούσαν να επεκταθούν ελαφρώς από εδώ και πέρα, αν και σε κάποιο βαθμό λόγω της βελτιστοποίησης του ισολογισμού (χαμηλότερα επίπεδα μη τοκοφόρων περιουσιακών στοιχείων), ενώ ορισμένες τράπεζες υποθέτουν επίσης ένα ελαφρώς υψηλότερο επιτόκιο Euribor στα σχέδιά τους.
Παρά την αντιστάθμιση κινδύνου, οι ευαισθησίες στα επιτόκια παραμένουν σχετικά υψηλές, με την αύξηση των κερδών ανά μετοχή (EPS) στο 1% έως 3% για κάθε 25 μονάδες βάσης υψηλότερα επιτόκια. Η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο συντελεστή beta δανείων προς επιτόκια, στο 82% από την έναρξη του κύκλου μείωσης των επιτοκίων, καθώς και έναν από τους χαμηλότερους συντελεστές beta καταθέσεων, στο 12%.
HSBC – Νέες τιμές στόχοι, 4 λόγοι που είναι “ταύρος”
Και η HSBC εκτιμά πως η πρόσφατη διόρθωση των ελληνικών τραπεζών σε συνδυασμό με τη βελτίωση των προοπτικών κερδοφορίας και τις ευνοϊκές εξελίξεις στο μακροοικονομικό και επιτοκιακό περιβάλλον, ενισχύουν την ελκυστικότητά τους ενώ βλέπει ενίσχυση του επενδυτικού ενδιαφέροντος προσεχώς.
‘Όπως σημειώνει η βρετανική, τράπεζα, Ο τραπεζικός δείκτης έχει μειωθεί κατά 7% από το υψηλό του στις 4 Φεβρουαρίου 2026, ακόμη και καθώς τα θεμελιώδη μεγέθη έχουν βελτιωθεί, και βλέπει τέσσερις λόγους για να γίνει πιο θετική:
1) οι νεοαποκτηθείσες ασφαλιστικές εταιρείες υποστηρίζουν υψηλότερο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης κερδών ανά μετοχή (EPS) 8% (από 4%) για το 2025-2028,
2) η πρόσφατη απότομη αύξηση της καμπύλης Euribor ενέχει ανοδικό κίνδυνο, δεδομένης της θετικής ευαισθησίας των EPS στην άνοδο των επιτοκίων,
3) οι αναβαθμισμένοι στόχοι επιστροφής κεφαλαίου υποδηλώνουν πολύ υψηλής αποδόσεις payout 19-25% κατά την επόμενη τριετία, με ανοδική πορεία όπου το κεφάλαιο εξακολουθεί να εμφανίζεται σε πλεόνασμα,
4) η αναβάθμιση της Ελλάδας στο γκρουπ των ανεπτυγμένων αγορών κατά τους επόμενους 6 μήνες θα μπορούσε να οδηγήσει σε σταδιακές εισροές κεφαλαίων στις τράπεζες.
Έτσι, η HSBC αναβαθμίζει τη σύστασή της για την Εθνική Τράπεζα και τη Eurobank σε buy από hold πριν, ενώ εξακολουθεί να προτιμά την Alpha Bank και την Τράπεζα Πειραιώς στις οποίες η σύσταση παραμένει buy.
Σε αυτό το πλαίσιο, η βρετανική τράπεζα αυξάνει την τιμή στόχο της Alpha Bank στα 4,85 ευρώ από 4,35 ευρώ πριν, για την Eurobank στα 4,70 ευρώ από 3,65 ευρώ, για την Εθνική Τράπεζα στα 18,45 ευρώ από 13,65 ευρώ, και για την Τράπεζα Πειραιώς στα 11,70 ευρώ από 9,25 ευρώ πριν.
Κατά την HSBC, αναμένεται ώθηση στα ΝΙI εάν τα επιτόκια παραμένουν υψηλότερα για μεγαλύτερο διάστημα. Όπως εκτιμά, το ο επιτόκιο καταθέσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα παραμείνει στο 2% τα επόμενα τρία χρόνια, αν και οι αγορές προεξοφλούν περαιτέρω αύξηση κατά περίπου 70 μονάδες βάσης στο επόμενο διάστημα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν θετική ευαισθησία, καθώς διαθέτουν υψηλό ποσοστό δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου και χαμηλή μετακύλιση επιτοκίων στις καταθέσεις.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της HSBC, κάθε άνοδος 25 μ.β στα επιτόκια της ΕΚΤ οδηγεί σε αύξηση 1,5-2,7% στην κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών, με την Alpha Bank να είναι η λιγότερο ευαίσθητη στα επιτόκια και την Πειραιώς το περισσότερο.
Ενώ τα υψηλότερα επιτόκια μπορεί να επιβαρύνουν στη ζήτηση πιστώσεων, η βρετανική τράπεζα θωρεί πως αυτό θα είναι διαχειρίσιμο δεδομένου ότι οι προβλέψεις για την ανάπτυξη παραμένουν συντηρητικές. Η HSBC προβλέπει μέση ετήσια αύξηση δανείων περίπου 8% για το 2025-2028, με στήριξη τόσο από τη συνεχιζόμενη ενίσχυση των επιχειρηματικών δανείων όσο και στην αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς και την σταδιακή επιστροφή της καταναλωτικής πίστης μετά από μακρά περίοδο συρρίκνωσης.
Τέλος, και όσον αφορά την αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς στις ανεπτυγμένες αγορές, η HSBC επισημαίνει πως από τον FTSE θα συμβεί τον Σεπτέμβριο του 2026, την MSCI τον Μάιο του 2027, ενώ πιθανή είναι και η αναβάθμιση και από τον STOXX, με τις εκροές που σχετίζονται με τον FTSE να ισοδυναμούν με λιγότερο από τον ημερήσιο όγκο συναλλαγών. Μακροπρόθεσμα, η συζήτηση είναι εάν οι ελληνικές μετοχές θα χάσουν την ορατότητά τους μόλις μεταβούν στο καθεστώς ανεπτυγμένων αγορών. Όπως τονίζει η βρετανική τράπεζα. Ωστόσο, όπως σημειώνει, οι ελληνικές τράπεζες ξεχωρίζουν από τις αντίστοιχες στην ΕΕ με περίπου 3 φορές ταχύτερη ανάπτυξη στον εταιρικό δανεισμό, ταχύτερη αύξηση των κερδών ανά μετοχή (EPS) και P/E με discount 10%. Επιπλέον, περίπου το 80% των funds των αναδυόμενων αγορών μπορούν ακόμα να κατέχουν ελληνικές τράπεζες εκτός δεικτών αναφοράς.

