
Οι προβλέψεις της Wall Street για την κερδοφορία των αμερικανικών επιχειρήσεων αυξάνονται με τον ταχύτερο ρυθμό από την περίοδο της ανάκαμψης μετά την πανδημία, ενισχύοντας τους φόβους ότι στις αγορές μπορεί να έχει αρχίσει να διαμορφώνεται μια «φούσκα κερδών», η οποία στηρίζει το ισχυρό ράλι των μετοχών στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg, οι αναλυτές εκτιμούν πλέον ότι τα κέρδη των εταιρειών του δείκτη S&P 500 θα αυξηθούν κατά περίπου 25% μέσα στους επόμενους 12 μήνες, καθώς η ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας και η έντονη επενδυτική δραστηριότητα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη ενισχύουν την αισιοδοξία.
Ωστόσο, ενόψει των αποτελεσμάτων του δεύτερου τριμήνου, αυξάνεται ο αριθμός των επενδυτών που θεωρούν ότι οι εκτιμήσεις αυτές ανεβαίνουν υπερβολικά γρήγορα, όπως αναφέρουν οι Financial Times. Οι ανησυχίες εστιάζουν στο ενδεχόμενο ότι το αυξανόμενο κόστος επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, μια πιθανή επιβράδυνση της ζήτησης ή η δυσκολία μετατροπής των υψηλών δαπανών σε πραγματικά κέρδη μπορεί να οδηγήσουν σε αποτελέσματα χαμηλότερα των προσδοκιών.
Ο Ben Inker, συνεπικεφαλής κατανομής ενεργητικού της GMO, επισημαίνει ότι οι προβλέψεις για τα κέρδη της επόμενης διετίας αυξάνονται με ρυθμό «εξαιρετικά υψηλό, πρωτοφανή εκτός περιόδων ανάκαμψης μετά από κρίση». Όπως αναφέρει, οι συναινετικές εκτιμήσεις για τα κέρδη των επόμενων 12 μηνών έχουν ενισχυθεί σχεδόν κατά 20% μέσα σε έξι μήνες, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη αύξηση από το 2021.
«Αυτό που αργά ή γρήγορα θα συνειδητοποιήσει η αγορά είναι ότι αυτές οι προβλέψεις δεν θα επιβεβαιωθούν», προειδοποιεί.
Η αισιοδοξία επικεντρώνεται κυρίως στις εταιρείες ημιαγωγών και στους λεγόμενους hyperscalers, δηλαδή στους μεγάλους παρόχους cloud, που επωφελούνται από την αυξανόμενη ζήτηση για υπολογιστική ισχύ.
Αναλυτές της Capital Economics προειδοποιούν ότι οι αγορές που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται να πλησιάζουν σε σημείο όπου οι προσδοκίες για τα κέρδη και για τις επενδύσεις γίνονται δύσκολο να διατηρηθούν, εκτιμώντας ότι μια αναθεώρηση προς τα κάτω θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερη διόρθωση στις αγορές.
Παρόμοια άποψη εκφράζει και ο Michel Lerner, επικεφαλής της HOLT της UBS, ο οποίος σημειώνει ότι οι μετοχές σε όλη την αλυσίδα της τεχνητής νοημοσύνης αποτιμώνται σαν να μπορούν να διατηρήσουν για μεγάλο διάστημα εξαιρετικά υψηλή κερδοφορία.
«Βλέπουμε να διαμορφώνεται μια “φούσκα κερδών” στην αγορά», αναφέρει, προσθέτοντας ότι, παρότι βραχυπρόθεσμα οι εταιρείες πιθανόν να συνεχίσουν να εμφανίζουν ισχυρά αποτελέσματα, οι πιθανότητες να διατηρηθεί αυτή η δυναμική σε βάθος χρόνου είναι περιορισμένες.
Τα ισχυρά αποτελέσματα έχουν στηρίξει το ράλι των αγορών, με τον S&P 500 να καταγράφει άνοδο περίπου 20% σε έναν χρόνο και τον Nasdaq Composite να ενισχύεται πάνω από 25%, φτάνοντας στο ισχυρότερο τρίμηνο των τελευταίων έξι ετών.
Ο Arun Sai της Pictet Asset Management σχολιάζει ότι βρισκόμαστε στη μέση του ισχυρότερου κύκλου αναβαθμίσεων κερδών από την περίοδο του υπερκύκλου των εμπορευμάτων, αναφερόμενος στην περίοδο της ταχείας ανάπτυξης της Κίνας στα μέσα της δεκαετίας του 2000.
Η συνεχής αναβάθμιση των εκτιμήσεων συμβάλλει στο να διατηρούνται οι αποτιμήσεις υπό έλεγχο, παρά τα ιστορικά υψηλά των δεικτών. Σύμφωνα με το Bloomberg, οι αμερικανικές μετοχές διαπραγματεύονται περίπου στις 20 φορές τα αναμενόμενα κέρδη των επόμενων 12 μηνών, χαμηλότερα από πέρυσι και σημαντικά κάτω από τα επίπεδα της «φούσκας» των dot-com.
Η Sarah Ketterer της Causeway Capital Management τονίζει ότι οι χαμηλοί πολλαπλασιαστές κερδών δεν είναι απαραίτητα θετικό σημάδι, αν αντικατοπτρίζουν ότι η κερδοφορία βρίσκεται ήδη στο ζενίθ της.
Οι ανησυχίες αυτές συνοδεύονται και από ενδείξεις υπερθέρμανσης, όπως η αύξηση εκδόσεων μετοχών και ομολόγων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μεγάλη δημόσια προσφορά της SpaceX και νέες εκδόσεις εταιρικού χρέους.
Παράλληλα, οι αγορές προεξοφλούν πλέον πιθανή αύξηση επιτοκίων από τη Fed έως το τέλος του έτους, γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει την κερδοφορία.
Ο Kasper Elmgreen της Nordea Asset Management επισημαίνει ότι το περιθώριο ασφαλείας γύρω από τις εκτιμήσεις κερδών έχει περιοριστεί σημαντικά, θέτοντας το ερώτημα για το πόσο ακόμη οι εταιρείες θα συνεχίσουν να ξεπερνούν τις προσδοκίες χωρίς να εμφανιστούν ρωγμές στις αγορές.


