
Η Wall Street ολοκλήρωσε τη συνεδρίαση της Δευτέρας (27/7) με επιφυλακτικό τόνο, καθώς τα αρχικά κέρδη των βασικών δεικτών περιορίστηκαν μετά από δημοσίευμα που ανέφερε ότι η Κίνα σημείωσε σημαντική πρόοδο στην ανάπτυξη μιας πλήρως εγχώριας αλυσίδας παραγωγής ημιαγωγών, προκαλώντας έντονες πιέσεις στις μετοχές του κλάδου.
Οι επενδυτές παραμένουν στραμμένοι στα σημαντικά εταιρικά αποτελέσματα που αναμένονται εντός της εβδομάδας, αλλά και στη συνεδρίαση της Fed, από την πειρμένοντας ενδείξεις για την πορεία της νομισματικής πολιτικής.
Στο κλείσιμο της συνεδρίασης, ο Dow Jones ενισχύθηκε κατά 0,51% και διαμορφώθηκε στις 52.210 μονάδες, ενώ ο S&P 500 κατάφερε να παραμείνει οριακά σε θετικό έδαφος, με άνοδο 0,02% στις 7.413 μονάδες. Αντίθετα, ο τεχνολογικός δείκτης Nasdaq υποχώρησε κατά 0,18%, κλείνοντας στις 24.932 μονάδες.
Στην αγορά κρατικών ομολόγων, η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού τίτλου υποχώρησε στο 4,645%, ενώ εκείνη του 30ετούς διαμορφώθηκε στο 5,125%.
Η συνεδρίαση είχε ξεκινήσει με θετικό πρόσημο, καθώς η σημαντική αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου λειτούργησε ανακουφιστικά για τις αγορές, οι οποίες ανησυχούσαν για τον κίνδυνο νέων πληθωριστικών πιέσεων.
Το Brent, που είχε επιστρέψει πάνω από το επίπεδο των 100 δολαρίων το βαρέλι και είχε καταγράψει συνολική άνοδο άνω του 20% μέσα σε δύο εβδομάδες, υποχώρησε κάτω από τα 89 δολάρια, σημειώνοντας πτώση 8,7%, για να κλείσει τελικά στα 88,36 δολάρια. Αντίστοιχα, το αμερικανικό αργό WTI κατέγραψε απώλειες 7,5%, στα 82,61 δολάρια το βαρέλι.
Η υποχώρηση των ενεργειακών τιμών ήρθε μετά την απόφαση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να μην προχωρήσει σε νέα κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν, έπειτα από διαβουλεύσεις με κορυφαίους συνεργάτες του και αξιωματούχους του Πενταγώνου. Καθοριστικό ρόλο στην απόφαση φέρεται να διαδραμάτισε η μείωση των αμερικανικών αποθεμάτων αντιαεροπορικής άμυνας. Παράλληλα, το Ιράν ανακοίνωσε ότι σταματά τα πλήγματα εναντίον γειτονικών χωρών.
Οι εξελίξεις αυτές ακολούθησαν 13 συνεχόμενες ημέρες αμερικανικών επιθέσεων, στις οποίες η Τεχεράνη είχε απαντήσει με πλήγματα εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σε χώρες της περιοχής.
Το Πεκίνο ταρακούνησε τις τεχνολογικές μετοχές
Ωστόσο, το θετικό κλίμα στις αγορές δεν διατηρήθηκε για μεγάλο διάστημα, καθώς οι ανησυχίες επέστρεψαν, κυρίως στον τεχνολογικό κλάδο. Σύμφωνα με δημοσίευμα του The Information, μια εταιρεία με έδρα τη Σανγκάη και κρατική στήριξη φέρεται να ξεκίνησε επιτυχώς τη μαζική παραγωγή εγχώριας σχεδίασης μηχανών λιθογραφίας DUV (Deep Ultraviolet).
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται σημαντικό βήμα στην προσπάθεια του Πεκίνου να οικοδομήσει μια ανεξάρτητη βιομηχανία ημιαγωγών και να περιορίσει την εξάρτησή του από δυτικές τεχνολογίες, σε έναν κλάδο όπου σήμερα κυριαρχεί η ολλανδική ASML.
Την ίδια στιγμή, η κινεζική εταιρεία CXMT πραγματοποίησε εντυπωσιακό ντεμπούτο στο Χρηματιστήριο της Σανγκάης, με τη μετοχή της τέταρτης μεγαλύτερης κατασκευάστριας μικροτσίπ μνήμης να εκτοξεύεται κατά 466%.
Οι εξελίξεις αυτές ενίσχυσαν τους φόβους για την αυξανόμενη ανταγωνιστική πίεση από την Κίνα και οδήγησαν σε μαζικές ρευστοποιήσεις στον κλάδο των ημιαγωγών.
Σε επίπεδο μετοχών, οι εταιρείες ημιαγωγών βρέθηκαν στο επίκεντρο των πιέσεων, με τις Nvidia, ASML, AMD και Sandisk να καταγράφουν σημαντικές απώλειες.
Ειδικότερα:
– Η μετοχή της ASML υποχώρησε προσωρινά περισσότερο από 7%, πριν περιορίσει τις απώλειες περίπου στο 5%, συμπαρασύροντας και άλλες εταιρείες κατασκευής εξοπλισμού και μικροτσίπ.
– Πιέσεις δέχθηκε και η Nvidia, η οποία σημείωσε απώλειες περίπου 5%, καθώς το κόστος ασφάλισης του χρέους της έναντι κινδύνου αθέτησης (CDS) αυξήθηκε σημαντικά, μετά τις πληροφορίες για νέα κύματα συμφωνιών στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης συνολικής αξίας άνω των 750 δισ. δολαρίων.
Αρνητική ήταν και η εικόνα στον ενεργειακό κλάδο, καθώς οι μετοχές των πετρελαϊκών εταιρειών ακολούθησαν την πτώση των τιμών του αργού.
Στον αντίποδα, οι εταιρείες λογισμικού κινήθηκαν καλύτερα, με τη Salesforce να ενισχύεται, καθώς οι επενδυτές στράφηκαν σε εταιρείες με μικρότερες κεφαλαιουχικές ανάγκες σε σχέση με τους κατασκευαστές chips.
Ανοδικά κινήθηκε και η Apple, καθώς η αγορά θεωρεί ότι διαθέτει ισχυρότερο ισολογισμό και μικρότερη έκθεση στους κινδύνους που συνδέονται με τις τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη. Παράλληλα, η εξασθένηση της Nvidia επέτρεψε στην κατασκευάστρια των iPhone να ανακτήσει, έστω προσωρινά, την πρώτη θέση παγκοσμίως σε κεφαλαιοποίηση.
Σε πρώτο «πλάνο» τα εταιρικά αποτελέσματα
Οι προβληματισμοί αυτοί ενισχύθηκαν λίγες ημέρες πριν από την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων κορυφαίων τεχνολογικών εταιρειών, περιορίζοντας την αισιοδοξία που είχε δημιουργήσει η πτώση των τιμών ενέργειας.
Το επενδυτικό ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις ανακοινώσεις των Microsoft, Meta Platforms (Τετάρτη, 29/7), Amazon και Apple (Πέμπτη, 30/7), προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη αρχίζουν να μετατρέπονται σε αυξημένα έσοδα και κέρδη ή εάν συνεχίζουν να επιβαρύνουν τα περιθώρια κερδοφορίας.
Σύμφωνα με τον Κρις Λάρκιν από τη Morgan Stanley, ακόμη και ένα ισχυρό σύνολο αποτελεσμάτων από τις εταιρείες των «Magnificent 7» δεν αποτελεί πλέον εγγύηση για ανοδική αντίδραση των αγορών, καθώς οι επενδυτές εξακολουθούν να εξετάζουν με προσοχή το ύψος των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη. Αντίστοιχο παράδειγμα αποτέλεσε η αντίδραση της αγοράς στα αποτελέσματα της Alphabet την προηγούμενη εβδομάδα.
Οι επενδυτές αξιολογούν πλέον κατά πόσο οι υψηλές αποτιμήσεις των τεχνολογικών εταιρειών δικαιολογούνται, εάν οι τεράστιες δαπάνες για την AI θα αποδώσουν σύντομα και αν οι εταιρείες μπορούν να διατηρήσουν ρυθμούς ανάπτυξης που να στηρίζουν τις σημερινές αποτιμήσεις.
«Κλειδί» η συνεδρίαση της Fed και τα μάκρο
Καθοριστικής σημασίας για την πορεία των αγορών θεωρείται και η απόφαση της Fed, η οποία ολοκληρώνει την Τετάρτη τη διήμερη συνεδρίασή της. Οι αγορές αναμένουν διατήρηση των επιτοκίων στα τρέχοντα επίπεδα, όμως το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις δηλώσεις του νέου προέδρου της Fed, Κέβιν Γουόρς, σχετικά με τον πληθωρισμό και τα επόμενα βήματα της νομισματικής πολιτικής.
Παράλληλα, μέσα στην εβδομάδα αναμένονται τα στοιχεία για το αμερικανικό ΑΕΠ δεύτερου τριμήνου, καθώς και ο δείκτης προσωπικών καταναλωτικών δαπανών (PCE) για τον Ιούνιο, ο οποίος αποτελεί τον βασικό δείκτη πληθωρισμού που παρακολουθεί η Fed.


