
Στη Wall Street, οι μετοχές έκλεισαν ανοδικά τη Δευτέρα (1/6), παρότι οι τιμές του πετρελαίου κινήθηκαν επίσης υψηλότερα, με τη Nvidia να ηγείται της ανόδου του τεχνολογικού κλάδου μετά την παρουσίαση ενός νέου επεξεργαστή για προσωπικούς υπολογιστές.
Πιο αναλυτικά, ο ευρύτερος χρηματιστηριακός δείκτης S&P 500 ενισχύθηκε κατά 0,27% στις 7,600.25 μονάδες, ενώ ο Nasdaq Composite κατέγραψε κέρδη 0,42% στις 27,086.81 μονάδες. Την ίδια ώρα, ο Dow Jones Industrial Average πρόσθεσε 47 μονάδες, ή 0,1% ολοκληρώνοντας τη συνεδρίαση στις 51,078.94 μονάδες. Να σημειωθεί ότι και οι τρεις δείκτες έφτασαν σε νέα ιστορικά ενδοσυνεδριακά υψηλά.
Στα αξιόλογα της μέρας, οι μετοχές της Nvidia στήριξαν την ευρύτερη αγορά, σημειώνοντας άνοδο 5% μετά την αποκάλυψη του νέου επεξεργαστή της για προσωπικούς υπολογιστές. Οι μετοχές των Dell Technologies και HP Inc. ακολούθησαν την άνοδο της Nvidia, καταγράφοντας κέρδη άνω του 10% και 8% αντίστοιχα. Στον αντίποδα, η Intel, η οποία για χρόνια κυριαρχούσε στην αγορά επεξεργαστών για υπολογιστές, υποχώρησε κατά 5%.
Πέρα από τον τεχνολογικό κλάδο, η ενέργεια ήταν ο μοναδικός άλλος τομέας του S&P 500 που κινήθηκε ανοδικά τη Δευτέρα. Η Marathon Petroleum ξεχώρισε στον κλάδο, με τη μετοχή της να ενισχύεται κατά 3%, ενώ οι Exxon Mobil και Chevron σημείωσαν άνοδο 2% και 1% αντίστοιχα.
Σημειώνεται ότι οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν στην αρχή της χρηματιστηριακής εβδομάδας. Ειδικότερα, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του αμερικανικού αργού πετρελαίου West Texas Intermediate (WTI) κινούνταν νωρίτερα σήμερα ενισχυμένα κατά 5,91% και διαμορφώθηκαν στα 92,48 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ το Brent κατέγραψε άνοδο 4,64%, κλείνοντας στα 95,36 δολάρια ανά βαρέλι.
Επισημαίνεται ότι το Μάιο, το αμερικανικό σημείο αναφοράς είχε σημειώσει τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση του από τον Απρίλιο του 2025, καταγράφοντας απώλειες σχεδόν 17%.
Όσον αφορά τα πολύτιμα μέταλλα, ο χρυσός κινείται αυτή την ώρα πτωτικά κατά 1,75% στα 4,512.76 δολάρια η ουγγιά.
Οι κινήσεις αυτές ακολούθησαν δημοσιεύματα των κρατικών μέσων ενημέρωσης του Ιράν, σύμφωνα με τα οποία οι Ιρανοί διαπραγματευτές διέκοψαν την επικοινωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με την Τεχεράνη να απειλεί ότι θα έκλεινε πλήρως τα Στενά του Ορμούζ εξαιτίας των ισραηλινών επιθέσεων στο Λίβανο.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στο CNBC, απαντώντας στις εξελίξεις αυτές, ότι δεν τον ενδιαφέρει αν οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με το Ιράν έχουν τερματιστεί, λέγοντας στον δημοσιογράφο του CNBC Ίμον Τζέιβερς κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνέντευξης:
«Πραγματικά δεν με νοιάζει. Δεν θα μπορούσα να νοιάζομαι λιγότερο».
Ωστόσο, νωρίτερα το βράδυ της Δευτέρας, ανασκεύασε ενημερώνοντας αφενός ότι -κατόπιν επικοινωνίας του τόσο με τον ισραηλινό πρωθυπουργό Νετανιάχου, όσο και με την πλευρά της Χεζμπολάχ-, οι επιθέσεις μεταξύ των δύο πλευρών αναμένεται να σταματήσουν. Αφετέρου, ανέφερε ότι οι συνομιλίες με το Ιράν συνεχίζονται και μάλιστα με γοργούς ρυθμούς.
Υπενθυμίζεται ότι οι εξελίξεις αυτές έρχονται μετά τις ανταλλαγές επιθέσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν το περασμένο Σαββατοκύριακο. Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (U.S. Central Command) ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι αμερικανικές δυνάμεις αναχαίτισαν κατά τη διάρκεια της νύχτας δύο ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους που στόχευαν αμερικανικές δυνάμεις στο Κουβέιτ.
Την περασμένη εβδομάδα, Αμερικανοί και Ιρανοί διαπραγματευτές κατέληξαν σε ένα μνημόνιο κατανόησης διάρκειας 60 ημερών για την παράταση της εύθραυστης εκεχειρίας, γεγονός που οδήγησε τις μετοχές σε νέα ιστορικά υψηλά.
Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ ολοκλήρωσε συνεδρίαση στην Αίθουσα Διαχείρισης Κρίσεων (Situation Room) του Λευκού Οίκου χωρίς να ανακοινώσει την τελική του απόφαση σχετικά με τη συμφωνία.
«Φαίνεται ότι κάνουμε δύο βήματα μπροστά και ένα πίσω όσον αφορά τις σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν, αλλά είναι σαφές ότι η αγορά δεν αναμένει επανεκκίνηση των εχθροπραξιών στα επίπεδα που είχαμε δει κατά τις πρώτες δύο με τρεις εβδομάδες της σύγκρουσης», δήλωσε στο CNBC ο Τιμ Χόλαντ της Orion.
«Πιστεύω ότι βρισκόμαστε ακόμη πιο κοντά σε μια έξοδο από την κρίση παρά σε μια περαιτέρω κλιμάκωσή της», συμπλήρωσε.
Ο επικεφαλής επενδύσεων της εταιρείας εκτιμά ότι οι τιμές της ενέργειας θα παραμείνουν χαμηλότερες από τα επίπεδα στα οποία βρίσκονταν πριν από περίπου τέσσερις με έξι εβδομάδες.
Κλείνοντας, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον Χόλαντ, για να ξεπεράσουν οι τιμές της ενέργειας εκείνα τα επίπεδα, η σύγκρουση θα πρέπει να κλιμακωθεί πέρα από την ένταση των εχθροπραξιών που είχε παρατηρηθεί στο αποκορύφωμά της.

