Οριακή βελτίωση των προοπτικών για τα φορολογικά έσοδα της Γερμανίας έως το 2030 καταγράφουν οι νεότερες εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομικών, καθώς η οικονομία εμφανίζεται πιο ανθεκτική από ό,τι αναμενόταν. Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, δεν μεταφράζεται σε μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία για την επόμενη χρονιά, με το Βερολίνο να καλείται να συνεχίσει την προσπάθεια συγκράτησης των δαπανών και εξυγίανσης του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών, τα ομοσπονδιακά φορολογικά έσοδα για το τρέχον έτος εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν στα 379,1 δισ. ευρώ, περίπου 3 δισ. ευρώ χαμηλότερα από την πρόβλεψη που είχε δημοσιοποιηθεί τον Μάιο. Σε ορίζοντα τετραετίας, ωστόσο, η συνολική αύξηση των εσόδων προβλέπεται να ανέλθει σε 3,39 δισ. ευρώ.
Παρά τις αναταράξεις που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, τα φορολογικά έσοδα εκτιμάται ότι θα διατηρηθούν σε σταθερά επίπεδα, διαμορφώνοντας ένα σχετικά ανθεκτικό δημοσιονομικό περιβάλλον για τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, όπως αναφέρει το Bloomberg.
Λαρς Κλίνγκμπαϊλ: Χωρίς νέα περιθώρια για δαπάνες το 2027
Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, χαρακτήρισε ανθεκτική τη δημοσιονομική θέση της χώρας, ξεκαθαρίζοντας, ωστόσο, ότι οι νέες προβλέψεις δεν δημιουργούν πρόσθετα περιθώρια χρηματοδότησης για το επόμενο έτος.
“Για το 2027, συνολικά δεν θα αποκτήσουμε νέα δημοσιονομικά περιθώρια, αλλά δεν θα χρειαστεί επίσης να καλύψουμε νέα κενά”, δήλωσε ο Κλίνγκμπαϊλ, προσθέτοντας ότι “ένα πράγμα είναι απολύτως σαφές: θα πρέπει να συνεχίσουμε την εξυγίανση του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, ώστε να δημιουργήσουμε περιθώρια ελιγμών για το μέλλον”.
Η διατήρηση των εσόδων σε σταθερά επίπεδα αποτελεί θετική εξέλιξη για την κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενες πολιτικές πιέσεις μετά από διαδοχικές εκλογικές ήττες σε επίπεδο κρατιδίων.
Ωστόσο, η βελτίωση των δημοσιονομικών προβλέψεων δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη μεγαλύτερη δυνατότητα αύξησης των κρατικών δαπανών. Οι συνταγματικά κατοχυρωμένοι περιορισμοί στον δημόσιο δανεισμό της Γερμανίας λειτουργούν πιο αυστηρά όταν η οικονομία αναπτύσσεται, περιορίζοντας τα περιθώρια νέου δανεισμού.
Κατά συνέπεια, μέρος των πρόσθετων εσόδων αναμένεται να αντισταθμιστεί από τη μείωση του επιτρεπόμενου ορίου δανεισμού, περιορίζοντας το καθαρό δημοσιονομικό όφελος.
Στο τραπέζι η μείωση των ενεργειακών φόρων
Το ζήτημα των δημοσιονομικών περιθωρίων βρίσκεται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης για τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης στην ενέργεια. Την περασμένη εβδομάδα, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς πρότεινε περικοπές στους ενεργειακούς φόρους, υποστηρίζοντας ότι τα πρόσθετα έσοδα θα μπορούσαν να συμβάλουν στη χρηματοδότηση του μέτρου.
Ο Κλίνγκμπαϊλ εμφανίστηκε θετικός ως προς την ίδια την ιδέα της μείωσης των φόρων, αμφισβήτησε όμως την προτεινόμενη πηγή χρηματοδότησης. Όπως υποστήριξε, το κόστος θα πρέπει να καλυφθεί από άλλες πηγές, καθώς οι υπολογισμοί στους οποίους βασίζεται η πρόταση του καγκελαρίου δεν επαρκούν.
Η διαφωνία αναδεικνύει το βασικό δίλημμα της γερμανικής οικονομικής πολιτικής: από τη μία πλευρά, την ανάγκη ελάφρυνσης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων από το ενεργειακό κόστος και, από την άλλη, την υποχρέωση διατήρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Πολιτική πίεση και δύσκολες αποφάσεις για τον προϋπολογισμό του 2027
Η κυβέρνηση Μερτς εισέρχεται στην πλέον δύσκολη φάση της θητείας της, καθώς οι μεταρρυθμίσεις στο κοινωνικό κράτος και τα σχέδια για αυξήσεις φόρων βρίσκονται εκ νέου υπό πολιτική και κοινωνική πίεση, μετά τις εκλογικές απώλειες των κυβερνητικών δυνάμεων στην ανατολική Γερμανία.
Οι προγραμματισμένες περικοπές δαπανών και τα πρόσθετα έσοδα από τη φορολογία έχουν ενσωματωθεί στο προσχέδιο του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού για το 2027, το οποίο θα πρέπει να εγκριθεί από το κοινοβούλιο έως το τέλος Νοεμβρίου.
Η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ του Χριστιανοδημοκρατικού μπλοκ του Μερτς και των Σοσιαλδημοκρατών του Κλίνγκμπαϊλ αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την προώθηση του προϋπολογισμού. Εάν οι δύο κυβερνητικοί εταίροι δεν καταλήξουν σε συμβιβασμό, η αντιπαράθεση ενδέχεται να επιδεινώσει περαιτέρω την πολιτική αστάθεια και να περιπλέξει την εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος.


