
Αναθεωρεί τη στάση της απέναντι στις ευρωπαϊκές αγορές η Bank of America (BofA), εκτιμώντας ότι η έντονη επενδυτική δυναμική που δημιούργησε η τεχνητή νοημοσύνη αρχίζει να παρουσιάζει σημάδια κόπωσης. Στη νέα έκθεσή της για τη στρατηγική στις ευρωπαϊκές μετοχές (European Equity Strategy), η αμερικανική τράπεζα διατηρεί σύσταση underweight για τις ευρωπαϊκές αγορές και προειδοποιεί ότι οι βασικοί χρηματιστηριακοί δείκτες ενδέχεται να υποχωρήσουν κατά 7% έως 12% μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες.
Η BofA υποστηρίζει ότι οι σημερινές αποτιμήσεις ενσωματώνουν υπερβολικά αισιόδοξες προσδοκίες για τα οικονομικά οφέλη που θα αποφέρει η τεχνητή νοημοσύνη, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο διόρθωσης εάν οι προσδοκίες αυτές δεν επιβεβαιωθούν.
Προτείνει μείωση έκθεσης στις κυκλικές μετοχές
Στην έκθεσή της, η τράπεζα εισηγείται στους επενδυτές να περιορίσουν την έκθεσή τους στους κυκλικούς κλάδους, οι οποίοι έχουν πρωταγωνιστήσει στο πρόσφατο χρηματιστηριακό ράλι, και να στραφούν σε πιο αμυντικές επιλογές.
Όπως επισημαίνεται, αρκετοί τομείς της αγοράς έχουν ήδη προεξοφλήσει ότι η έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη θα συνεχιστεί με αμείωτο ρυθμό. Εάν όμως η ανάπτυξη της αγοράς AI αποδειχθεί πιο περιορισμένη από τις σημερινές προβλέψεις, οι μεγαλύτερες πιέσεις αναμένεται να εκδηλωθούν ακριβώς στους κλάδους που έχουν ευνοηθεί περισσότερο.
Για τον λόγο αυτό η Bank of America διατηρεί αρνητική αξιολόγηση (underweight) για:
- τις εταιρείες ημιαγωγών (semiconductors),
- τις βιομηχανικές επιχειρήσεις (capital goods),
- τις μεταλλευτικές εταιρείες (mining),
- τις τράπεζες,
- καθώς και τον κλάδο των δομικών υλικών (construction materials).
Η έκθεση επισημαίνει ότι οι τρεις πρώτοι κλάδοι έχουν επωφεληθεί άμεσα από τον επενδυτικό κύκλο της τεχνητής νοημοσύνης και πλέον διαπραγματεύονται σε ιδιαίτερα υψηλές αποτιμήσεις.
Όσον αφορά τις τράπεζες, η BofA σημειώνει ότι η μέχρι σήμερα θετική πορεία τους στηρίχθηκε κυρίως στις υψηλές αποδόσεις των ομολόγων και στα περιορισμένα risk premia. Εφόσον όμως το επενδυτικό κλίμα αλλάξει, εκτιμά ότι και ο τραπεζικός κλάδος θα μπορούσε να δεχθεί σημαντικές πιέσεις.
Στροφή σε αμυντικές επενδύσεις
Αντίθετα, η αμερικανική τράπεζα θεωρεί ότι οι αμυντικοί κλάδοι προσφέρουν σήμερα πιο ελκυστική σχέση κινδύνου και απόδοσης.
Στις βασικές επιλογές της περιλαμβάνονται:
- οι εταιρείες τροφίμων και ποτών,
- τα προϊόντα προσωπικής και οικιακής φροντίδας,
- οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις,
- οι εταιρείες ακινήτων,
- ο χημικός κλάδος,
- καθώς και οι εταιρείες λογισμικού.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον κλάδο των καταναλωτικών αγαθών πρώτης ανάγκης (consumer staples), ο οποίος, σύμφωνα με την ιστορική εμπειρία, παρουσιάζει καλύτερες επιδόσεις σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας και ενίσχυσης της αποστροφής προς τον κίνδυνο.
Ειδικά οι εταιρείες τροφίμων και ποτών χαρακτηρίζονται από την BofA ως η κορυφαία αμυντική επενδυτική επιλογή («key recommendation»), καθώς οι συγκεκριμένες μετοχές υποαπέδωσαν κατά τη διάρκεια του ράλι που τροφοδότησε η τεχνητή νοημοσύνη και ενδέχεται να εμφανίσουν μεγαλύτερες αντοχές σε περίπτωση διόρθωσης των αγορών.
Οι ανησυχίες για την τεχνητή νοημοσύνη
Η Bank of America διευκρινίζει ότι δεν αμφισβητεί τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης ούτε την ευρεία αξιοποίησή της από επιχειρήσεις και καταναλωτές τα επόμενα χρόνια.
Ωστόσο, επισημαίνει ότι το βασικό ερώτημα για τις αγορές δεν αφορά πλέον το εάν η AI θα κυριαρχήσει, αλλά κατά πόσο οι επιχειρήσεις που επενδύουν τεράστια κεφάλαια θα μπορέσουν τελικά να εξασφαλίσουν τις αποδόσεις που σήμερα προεξοφλούν οι επενδυτές.
Σύμφωνα με την ανάλυση, το πρώτο κύμα υιοθέτησης της τεχνητής νοημοσύνης ευνοήθηκε από το σχετικά χαμηλό κόστος χρήσης των σχετικών υπηρεσιών. Η εικόνα αυτή, όμως, φαίνεται να αλλάζει.
Οι πρόσφατες αυξήσεις τιμών από τους μεγαλύτερους παρόχους μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (LLMs) έχουν ήδη οδηγήσει πολλές επιχειρήσεις σε αισθητά υψηλότερο κόστος χρήσης εργαλείων AI. Ως αποτέλεσμα, ολοένα και περισσότερες εταιρείες περιορίζουν τη χρήση των υπηρεσιών ή αναζητούν οικονομικότερες εναλλακτικές λύσεις, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με τη δυνατότητα ανάπτυξης μιας αγοράς με υψηλά περιθώρια κερδοφορίας.
Το μεγάλο στοίχημα για τις διεθνείς αγορές
Η έκθεση καταλήγει ότι το μεγαλύτερο ρίσκο αφορά τις τεράστιες επενδύσεις που πραγματοποιούν οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί (hyperscalers), οι οποίες εκτιμάται ότι ξεπερνούν τα 800 δισ. δολάρια.
Εάν οι επενδύσεις αυτές δεν αποδώσουν τα αναμενόμενα οικονομικά αποτελέσματα, οι ίδιες οι εταιρείες ενδέχεται να περιορίσουν τις δαπάνες τους, επηρεάζοντας όχι μόνο τον τεχνολογικό κλάδο αλλά συνολικά την παγκόσμια οικονομία.
Η Bank of America προειδοποιεί ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την εταιρική κερδοφορία, την οικονομική ανάπτυξη και τη δυναμική των διεθνών χρηματιστηρίων, καθώς μεγάλο μέρος του πρόσφατου ανοδικού κύκλου στηρίχθηκε στις προσδοκίες που δημιούργησε η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης.


