
Από μεγάλη μεταβλητότητα χαρακτηρίστηκε η σημερινή συνεδρίαση της Wall Street, με τον τεχνολογικό κλάδο να παίζει καθοριστικό ρόλο λόγω των απωλειών στις μετοχές τεχνολογίας, που περιόρισαν την αισιοδοξία, η οποία δημιουργήθηκε από τα θετικά μάκρο για την αμερικανική οικονομία.
Έτσι, ο Dow Jones έκλεισε τελικά με άνοδο της τάξης του 0,14% στις 51.920 μονάδες, αν και ενδοσυνεδριακά είχε αγγίξει νέο εντυπωσιακό υψηλό στις 52.655 μονάδες, το οποίο ωστόσο δεν κατάφερε να διατηρήσει.
Παράλληλα, ο S&P 500 τερμάτισε στις 7.357 μονάδες με απώλειες μόλις 0,01% και ο Nasdaq στις 25.358 μονάδες με πτώση 0,46%.
Στις αγορές ομολόγων, οι μεταβολές ήταν μικρές με το 10ετές να υποχωρεί στο 4,39% και το 2ετές στο 4,12%.
Τα εταιρικά αποτελέσματα στο επίκεντρο της συνεδρίασης
Στο επιχειρηματικό μέτωπο, η Microsoft ανακοίνωσε την τρίτη σημαντική αύξηση τιμών για τις κονσόλες Xbox νέας γενιάς, επικαλούμενη το αυξημένο κόστος των εξαρτημάτων. Η εξέλιξη αυτή επιβάρυνε το επενδυτικό κλίμα, οδηγώντας τη μετοχή της σε πτώση άνω του 3%. Αντίστοιχα, η Apple υποχώρησε σχεδόν κατά 6% μετά τις ανατιμήσεις που ανακοίνωσε σε βασικά προϊόντα της.
Παράλληλα, η Jefferies Financial Group δημοσίευσε αποτελέσματα δεύτερου τριμήνου χαμηλότερα των προσδοκιών της αγοράς, ενώ η Darden Restaurants παρουσίασε συγκρατημένες εκτιμήσεις για την κερδοφορία της, καθώς οι πωλήσεις της αλυσίδας Olive Garden δεν ανταποκρίθηκαν στις προβλέψεις των αναλυτών.
Στον αντίποδα, η Micron Technology ξεχώρισε με άνοδο που ξεπέρασε το 14%, αφού ανακοίνωσε αποτελέσματα καλύτερα των εκτιμήσεων και αισιόδοξες προβλέψεις για τα επόμενα τρίμηνα. Η θετική εικόνα ενίσχυσε και άλλες μετοχές του κλάδου, μεταξύ των οποίων και η Qualcomm, η οποία σημείωσε κέρδη άνω του 4%, μετά και τις προβλέψεις της για ισχυρές ετήσιες πωλήσεις εξαρτημάτων τεχνητής νοημοσύνης που προορίζονται για κέντρα δεδομένων.
Θετική έκπληξη αποτέλεσε επίσης η McCormick, η οποία ανακοίνωσε καλύτερα του αναμενομένου κέρδη, χάρη στις υψηλότερες τιμές πώλησης των προϊόντων της και στις επιστροφές δασμών, εξέλιξη που έδωσε ώθηση στη μετοχή της.
Στήριγμα για τον Dow Jones αποτέλεσαν μετοχές παραδοσιακών βιομηχανικών και τραπεζικών ομίλων, όπως οι Caterpillar, Johnson & Johnson και JPMorgan Chase, με την τελευταία να ενισχύεται μετά τις σημαντικές διοικητικές αλλαγές που ανακοίνωσε και οι οποίες επηρεάζουν τα σενάρια διαδοχής του Τζέιμι Ντάιμον.
Οι φόβοι για την τεχνολογία ξανά στο προσκήνιο
Σε γενικές γραμμές, η εικόνα της σημερινής συνεδρίασης επανέφερε στο προσκήνιο τις ανησυχίες πολλών αναλυτών για την υπερβολική εξάρτηση του αμερικανικού χρηματιστηρίου από έναν μικρό αριθμό τεχνολογικών κολοσσών.
Οι προβληματισμοί αυτοί είχαν ενταθεί ήδη από τις προηγούμενες ημέρες, όταν οι έντονες ρευστοποιήσεις στις μετοχές των εταιρειών ημιαγωγών προκάλεσαν αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, εν μέσω αμφιβολιών για το κατά πόσο οι τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη θα μεταφραστούν στα αναμενόμενα οικονομικά οφέλη. Αν και τα καλύτερα του αναμενομένου αποτελέσματα της Micron περιόρισαν προσωρινά τις ανησυχίες στις αρχές της συνεδρίασης, οι πιέσεις στον τεχνολογικό κλάδο επανεμφανίστηκαν στη συνέχεια, επιβαρύνοντας τους βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες.
Ενδεικτικό της εικόνας ήταν το γεγονός ότι και οι Magnificent Seven έκλεισαν με απώλειες.
Τις μεγαλύτερες πιέσεις δέχθηκε η Apple, η οποία σημείωσε τη χειρότερη ημερήσια επίδοσή της εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο, μετά την ανακοίνωση αυξήσεων στις τιμές των υπολογιστών Mac και των iPad. Η πτώση των σημαντικότερων μετοχών του S&P 500 δεν επέτρεψε στον δείκτη να διατηρηθεί σε θετικό έδαφος, παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα των εισηγμένων εταιρειών κινήθηκε ανοδικά.
Σχολιάζοντας την εικόνα αυτή, ο Ματ Μάλεϊ της Miller Tabak υπογράμμισε ότι «έχουν αρχίσει να εμφανίζονται ορισμένες ρωγμές στον τεχνολογικό κλάδο» και προειδοποίησε πως, εάν οι εταιρείες υψηλής κεφαλαιοποίησης του κλάδου συνεχίσουν να υποχωρούν, θα είναι πολύ δύσκολο για την υπόλοιπη αγορά να συνεχίσει την ανοδική της πορεία.
Τα θετικά μάκρο δεν ήταν αρκετά
Οι πιέσεις στην αγορά εκδηλώθηκαν παρά τα ενθαρρυντικά στοιχεία που ανακοινώθηκαν νωρίτερα για την αμερικανική οικονομία.
Οι καταναλωτικές δαπάνες στις Ηνωμένες Πολιτείες επιταχύνθηκαν τον Μάιο, ακόμη και καθώς ο πληθωρισμός κινήθηκε με τον υψηλότερο ρυθμό των τελευταίων τριών και πλέον ετών.
Ο δομικός δείκτης προσωπικών καταναλωτικών δαπανών (Core PCE), τον οποίο η Federal Reserve χρησιμοποιεί ως βασικό μέτρο για την παρακολούθηση του πληθωρισμού, αυξήθηκε κατά 0,3% σε μηνιαία βάση και κατά 3,4% σε ετήσια, επιβεβαιώνοντας τις προβλέψεις των αναλυτών και παρουσιάζοντας μικρή επιτάχυνση σε σύγκριση με τον Απρίλιο.
Την ίδια ώρα, ο γενικός δείκτης PCE ενισχύθηκε κατά 0,4% σε μηνιαία βάση και κατά 4,1% σε ετήσια βάση, επίσης σε επίπεδα που ήταν κοντά στις εκτιμήσεις της αγοράς.
Παράλληλα, τα αναθεωρημένα στοιχεία έδειξαν ότι η οικονομία των ΗΠΑ αναπτύχθηκε με ετήσιο ρυθμό 2,1% το πρώτο τρίμηνο του έτους, επίδοση υψηλότερη από τις προηγούμενες εκτιμήσεις.
Οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να ενισχύσουν τις προσδοκίες ότι η Federal Reserve θα διατηρήσει τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, η πρόσφατη αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας τροφοδοτεί την αισιοδοξία ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα αμβλυνθούν τους επόμενους μήνες, γεγονός που ήδη οδηγεί χαμηλότερα τις αποδόσεις των βραχυπρόθεσμων αμερικανικών ομολόγων.
«Τα χειρότερα όσον αφορά τον πληθωρισμό και τις ανησυχίες των καταναλωτών πιθανότατα έχουν περάσει», επεσήμανε ο Μπράιαν Τζέικομπσεν της Annex Wealth Management, σημειώνοντας πως όσο οι τιμές των καυσίμων συνεχίζουν να υποχωρούν, το ίδιο είναι πιθανό να συμβεί και με τις πληθωριστικές προσδοκίες.


