
Όποιος κάνει μια βόλτα στους απέραντους εμπορικούς πεζόδρομους του Βερολίνου ή άλλων γερμανικών πόλεων αυτές τις ημέρες δεν μπορεί παρά να απορήσει: Ήρθαν οι εκπτώσεις από τώρα; Φτάσαμε στο αποκορύφωμα του καλοκαιριού; Ξεστοκάρουν οι μαγαζάτορες ό,τι άφησαν οι καταναλωτές πριν φύγουν για διακοπές;
Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει. Βρισκόμαστε λίγο μετά τα μέσα Ιουνίου και υποτίθεται ότι οι θερινές εκπτώσεις αρχίζουν στα τέλη Ιουλίου, για να κορυφωθούν τον Αύγουστο. Όμως “οι εκπτώσεις αποτελούν πλέον μία διαρκή κατάσταση, στην οποία συμμετέχουν όλο και περισσότεροι” επισημαίνει στο πρακτορείο dpa ο Ρολφ Πάνγκελς από τον Γερμανικό Σύνδεσμο Εμπορίου Δερμάτινων Ειδών (HDE).
Ο λόγος είναι απλός: ολοένα περισσότεροι αγοράζουν φθηνά, όσο μπορούν πιο φθηνά. Είτε πρόκειται για ρούχα είτε για παπούτσια είτε για τρόφιμα. Έρευνα της Boston Consulting Group (BCG) στη Γερμανία επισημαίνει ότι η (μη) παροχή έκπτωσης στην τελική τιμή επηρεάζει το 74% των αποφάσεων που λαμβάνουμε ως καταναλωτές. “Σήμερα ο καταναλωτής προσέχει πολύ περισσότερο πού πηγαίνουν τα λεφτά του” λέει χαρακτηριστικά η εκπρόσωπος του BCG Κάριν φον Φουνκ. Οι περισσότεροι όχι μόνο συγκρίνουν τιμές, αλλά και αμφισβητούν με κριτική διάθεση το αν μία συγκεκριμένη τιμή είναι δικαιολογημένη ή όχι.
Περικοπές σε ένδυση, εστίαση, διακοπές
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της εταιρείας ερευνών Kantar, η μεγαλύτερη εξοικονόμηση χρημάτων γίνεται ή τουλάχιστον επιδιώκεται στην ένδυση, την εστίαση, τη διασκέδαση (έξοδος για κινηματογράφο, συναυλίες, clubbing), αλλά κυρίως σε ταξίδια και διακοπές. Και αυτό γιατί όλο και περισσότεροι θέλουν να βάλουν κάτι στην άκρη “για ώρα ανάγκης”, καθώς τουλάχιστον 6 στους 10 Γερμανούς κρίνουν “αρνητική” τη σημερινή κατάσταση της οικονομίας.
Η Kantar είχε διενεργήσει πρόσφατα την έρευνα για λογαριασμό του οικονομικού πόρταλ Idealo. Το 62% των ερωτηθέντων αναφέρει ότι συγκρίνει τιμές πριν λάβει την τελική απόφαση αγοράς, το 56% λέει ότι αναζητεί όλο και περισσότερο εκπτώσεις και προσφορές, το 81% ότι προσέχει περισσότερο τα έξοδά του σε σύγκριση με το παρελθόν. Δύο στους τρεις Γερμανούς ανησυχούν ότι στο μέλλον δεν θα επαρκεί το εισόδημά τους. Το 44% λέει ότι ξοδεύει λιγότερα από πέρυσι, μόλις το 6% καταναλώνει περισσότερο. Ο λόγος: ο πληθωρισμός, αλλά και οι πολιτικές και οικονομικές αβεβαιότητες.
Ζητούμενο η οικονομική “ασφάλεια”
Όπως δείχνει πρόσφατη έρευνα της ιδιωτικής εταιρείας ανάλυσης δεδομένων YouGov, ο προβληματισμός για τα προσωπικά οικονομικά, αλλά και για τη γενικότερη κατάσταση της οικονομίας είναι ο Νο 1 παράγοντας ανησυχίας για τους Γερμανούς εν έτει 2026 (και όχι πλέον η μετανάστευση ή ενδεχόμενα προβλήματα υγείας). Μόνο οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί κατά 37% σε σχέση με το 2020.
Όλα αυτά έχουν αντίκτυπο στα ράφια του σούπερ μάρκετ. Αντί για επώνυμα προϊόντα, ολοένα περισσότεροι Γερμανοί προτιμούν προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία ανέρχονται πλέον στο 25% του συνολικού τζίρου των σούπερ μάρκετ. Αντίστοιχη τάση καταγράφεται και αλλού στο λιανικό εμπόριο. Όπως αναφέρει η εκπρόσωπος του YouGov Πέτρα Σούσπιτς στο πρακτορείο dpa, πολλοί καταναλωτές “αισθάνονται αβεβαιότητα” για το τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον.
Βέβαια οι Γερμανοί ήταν πάντοτε υπέρ της αποταμίευσης, άλλωστε έχουν παραδοσιακά ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά αποταμίευσης παγκοσμίως. Αλλά όπως υπογραμμίζει ο Ούλριχ Στέφαν, σύμβουλος επενδύσεων της τράπεζας Postbank, “όταν ο κόσμος καταβάλλει προσπάθειες να αποταμιεύσει, αλλά έχει την αίσθηση ότι αυτές οι προσπάθειες δεν επαρκούν για να πετύχει τον στόχο του, αυτό του προκαλεί μία αίσθηση ανησυχίας και απογοήτευσης”.
Πόσο να “κόψει” ο έμπορος;
Για το λιανεμπόριο αποτελεί πλήγμα η διστακτική συμπεριφορά των καταναλωτών. Οι εμπορικές επιχειρήσεις “απαντούν” με γενναίες εκπτώσεις, οι οποίες όμως έχουν και τα όριά τους. “Όποιος προσφέρει συνεχώς γενναίες εκπτώσεις, κινδυνεύει να απαξιώσει το προϊόν του”, λέει η εκπρόσωπος του BCG Κάριν φον Φουνκ. Οι πιέσεις για μείωση κόστους είναι ιδιαίτερα έντονες σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Την ίδια στιγμή, ασιατικές πλατφόρμες όπως η Themu και η Amazon επωφελούνται από την ενίσχυση της ζήτησης για πιο οικονομικά προϊόντα. Σύμφωνα με παλαιότερη μελέτη της IW Consult για λογαριασμό του εμπορικού συνδέσμου HDE, μόνο οι συγκεκριμένες πλατφόρμες “στερούν” στο γερμανικό λιανεμπόριο περίπου 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως από τον τζίρο του.
Από την άλλη, κάποιες παραδοσιακές εκπτωτικές αλυσίδες επίσης επωφελούνται από το “κυνήγι των προσφορών”. Ως παράδειγμα αναφέρονται οι Action και Wollwoorth που, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Έρευνας για το Εμπόριο (IFH), έχουν πλέον ηγετική θέση στον κλάδο τους, ιδιαίτερα σε κατηγορίες όπως προϊόντα do-it-yourself, είδη διακόσμησης, παιχνίδια, χαρτικά και γραφική ύλη.
Ο συνεργάτης του IFH Κάι Χούντετς κάνει λόγο για “απώλεια της μεσαίας τάξης” και στις τιμές. Premium προϊόντα και είδη πολυτελείας αυξάνουν τον τζίρο τους, όπως και τα εκπτωτικά προϊόντα. Όμως οι επιχειρήσεις που προσφέρουν “μεσαίες” τιμές αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Ο ένας στους έξι επιχειρηματίες στον κλάδο του λιανικού εμπορίου ανησυχεί για το ενδεχόμενο χρεοκοπίας. “Λουκέτο” έβαλαν πρόσφατα οι άλλοτε επικερδείς αλυσίδες Depot (είδη σπιτιού και διακόσμησης) και Hellweg (κατασκευές, διακόσμηση, προϊόντα do-it-yourself). Σύμφωνα με την εταιρεία ασφάλισης εμπορικών πιστώσεων Allianz Trade, o αριθμός των πτωχεύσεων στη Γερμανία έχει αυξηθεί στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 10 ετών.


