Η ιταλική κυβέρνηση έδωσε υπό όρους έγκριση για την LBA Systems, μια κοινοπραξία που ίδρυσαν η Leonardo και η Baykar, η οποία κατασκευάζει τα γνωστά Bayraktar. Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, η πώληση συστημάτων που θα αναπτυχθούν από την κοινοπραξία, καθώς και οι μελλοντικές διεθνείς δραστηριότητές της, θα περιορίζονται μόνο σε χώρες που είναι πολιτικά συμβατές με την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ. Πώς η Τουρκία αλώνει την ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική, βάζοντας χέρι σε ευρωπαϊκά κονδύλια.
Του Χρήστου Μαζανίτη
Η είδηση ότι η ιταλική κυβέρνηση έδωσε, έστω και υπό αυστηρούς όρους, το πράσινο φως στην LBA Systems –την κοινοπραξία ανάμεσα στον ιταλικό κρατικό αεροναυπηγικό κολοσσό Leonardo και την τουρκική εταιρεία παραγωγής μη επανδρωμένων αεροσκαφών Baykar– αποτελεί σημείο καμπής. Η απόφαση αυτή, η οποία ελήφθη κατά τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου στη Ρώμη και είδε το φως της δημοσιότητας μέσω της Il Messaggero και του Reuters, δεν αποτελεί απλώς μια επιχειρηματική συμφωνία. Στην πραγματικότητα, σηματοδοτεί την επίσημη «εισβολή» της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας στην καρδιά της ευρωπαϊκής άμυνας, χρησιμοποιώντας την Ιταλία ως Δούρειο Ίππο για να αποκτήσει μόνιμη πρόσβαση σε ευρωπαϊκά κονδύλια, τεχνογνωσία και αγορές.
Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής επέλασης βρίσκεται ένα συγκεκριμένο πρόσωπο: ο Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ, επικεφαλής της Baykar και γαμπρός του Τούρκου Προέδρου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η περίπτωση της LBA Systems αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα μετατρέπει την εγχώρια παραγωγή drones σε εργαλείο άσκησης εξωτερικής πολιτικής και γεωπολιτικής διείσδυσης εντός της Ατλαντικής Συμμαχίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πέρυσι, τέτοιες μέρες, το enikos.gr μετέδιδε αποκλειστικές εικόνες από την παρουσία της LBA στο Paris Air Show, προϊδεάζοντας για τη συμφωνία που θα ακολουθούσε.

Η Ιταλία ως πύλη εισόδου
Για χρόνια, η Τουρκία προσπαθούσε να σπάσει την άτυπη απομόνωσή της από τα μεγάλα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα. Παρά την επιτυχία των drones της στα πεδία των μαχών της Λιβύης, του Ναγκόρνο-Καραμπάχ και της Ουκρανίας, η Άγκυρα παρέμενε εκτός των μεγάλων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων και των κοινών προγραμμάτων ανάπτυξης της ΕΕ, λόγω των τεταμένων σχέσεών της με κράτη-μέλη, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και η Γαλλία.
Η ίδρυση της LBA Systems, με έδρα την Ιταλία, αλλάζει ριζικά τα δεδομένα. Η Leonardo, ελεγχόμενη σε μεγάλο βαθμό από το ιταλικό κράτος, προσφέρει στην Baykar κάτι που η ίδια δεν θα μπορούσε ποτέ να αποκτήσει μόνη της: ευρωπαϊκό διαβατήριο. Μέσω της κοινοπραξίας, η οποία θα λειτουργεί σε ιταλικό έδαφος, με εγκαταστάσεις στο Τορίνο, στη Ρώμη και σε άλλες περιοχές, τα τουρκικής σχεδίασης μη επανδρωμένα αεροσκάφη αποκτούν πρόσβαση στην ευρωπαϊκή εφοδιαστική αλυσίδα και στις διαδικασίες πιστοποίησης του ΝΑΤΟ.
Η αγορά drones στην Ευρώπη για την επόμενη δεκαετία εκτιμάται ότι θα αγγίξει τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Ιταλία έχει ήδη αναθεωρήσει τον δικό της αμυντικό προϋπολογισμό, δεσμεύοντας δισεκατομμύρια ευρώ για το πρόγραμμα UAV επόμενης γενιάς. Για την Baykar, η σύμπραξη αυτή αποτελεί τη χρυσή ευκαιρία να εισβάλει σε μια αγορά που, μέχρι πρότινος, της ήταν ερμητικά κλειστή, μετατρέποντας την Ιταλία σε βιομηχανικό της προγεφύρωμα.

Ο ρόλος του Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ
Η άνοδος της Baykar δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς την ανάλυση του ρόλου του Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ. Ο Μπαϊρακτάρ, σύζυγος της Σουμεγιέ Ερντογάν, μικρότερης κόρης του Τούρκου προέδρου, δεν είναι ένας απλός επιχειρηματίας ή μηχανικός. Αποτελεί το σύμβολο της «Νέας Τουρκίας» που ευαγγελίζεται ο Ερντογάν: μιας χώρας τεχνολογικά αυτόνομης, στρατιωτικά επιθετικής και ανεξάρτητης από τη Δύση.
Ο Μπαϊρακτάρ έχει αναχθεί σε εθνικό ήρωα εντός της Τουρκίας, ενώ η εταιρεία του απολαμβάνει πλήρη κρατική στήριξη, απεριόριστη χρηματοδότηση και άμεση πρόσβαση στις κρατικές δομές. Η Baykar λειτουργεί ως η αιχμή του δόρατος της τουρκικής «διπλωματίας των drones». Όπου η επίσημη διπλωματία της Άγκυρας συναντά εμπόδια, ο γαμπρός του Ερντογάν εμφανίζεται, προσφέροντας στρατιωτική τεχνολογία και δημιουργώντας σχέσεις εξάρτησης με ξένες κυβερνήσεις.
Η είσοδος του Μπαϊρακτάρ στην ευρωπαϊκή αγορά μέσω της Leonardo αποτελεί προσωπικό του θρίαμβο, αλλά και στρατηγική νίκη για το παλάτι της Άγκυρας. Η παρουσία του στην κοινοπραξία διασφαλίζει ότι οι αποφάσεις της LBA Systems δεν θα λαμβάνονται αποκλειστικά με επιχειρηματικά κριτήρια, αλλά θα είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις γεωπολιτικές επιδιώξεις του Ερντογάν. Η Ρώμη ουσιαστικά ανοίγει την πόρτα της αμυντικής της βιομηχανίας στον στενότερο οικογενειακό και επιχειρηματικό κύκλο της τουρκικής προεδρίας.

Η Golden Power
Η ιταλική κυβέρνηση, αντιλαμβανόμενη τους κινδύνους της συμφωνίας, κατέφυγε στη χρήση του λεγόμενου «Golden Power» («Χρυσή Εξουσία»). Πρόκειται για το νομοθετικό εργαλείο που επιτρέπει στο υπουργικό συμβούλιο να θέτει όρους, περιορισμούς ή ακόμη και βέτο σε ξένες επενδύσεις που αφορούν στρατηγικούς τομείς, όπως η εθνική ασφάλεια και η άμυνα.
Στη συνεδρίαση της Τρίτης, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι ενέκρινε τη συμφωνία, θέτοντας αυστηρούς όρους, έπειτα από εισηγήσεις των ιταλικών υπηρεσιών πληροφοριών και του υπουργού Άμυνας, Γκουίντο Κροσέτο. Οι όροι αυτοί προβλέπουν ότι όλες οι τεχνολογίες που θα χρησιμοποιηθούν θα είναι διαβαθμισμένες, ενώ οι πωλήσεις των drones και η περαιτέρω διεθνής επέκταση της κοινοπραξίας θα περιορίζονται αποκλειστικά σε χώρες που είναι πολιτικά ευθυγραμμισμένες με την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ.
Ωστόσο, η προσπάθεια της Ρώμης να ελέγξει την τουρκική επιρροή μέσω νομικών περιορισμών ενδέχεται να αποδειχθεί μια επικίνδυνη αυταπάτη. Η Baykar δεν εισέρχεται στην κοινοπραξία ως παθητικός εταίρος. Φέρνει μαζί της την τεχνογνωσία των δοκιμασμένων σε μάχη πλατφορμών, όπως το Akıncı και το Bayraktar TB3, ενώ η Leonardo θα συνεισφέρει τα ηλεκτρονικά συστήματα, τους αισθητήρες, την τεχνητή νοημοσύνη και τα συστήματα διοίκησης (C4I). Στην πράξη, η Τουρκία αποκτά πρόσβαση στην κορυφαία ευρωπαϊκή τεχνολογία αισθητήρων και λογισμικού, την οποία μπορεί στη συνέχεια να ενσωματώσει στα δικά της, αμιγώς τουρκικά προγράμματα, μακριά από τα βλέμματα των Ιταλών ελεγκτών.

Οι συνέπειες για την ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια
Η νομιμοποίηση της Baykar ως ευρωπαϊκού παίκτη μέσω της Ιταλίας προκαλεί έντονο προβληματισμό στις Βρυξέλλες και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί τα τελευταία χρόνια να οικοδομήσει τη λεγόμενη «στρατηγική αυτονομία», χρηματοδοτώντας προγράμματα που αναπτύσσονται αποκλειστικά εντός των τειχών της ΕΕ, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από τις ΗΠΑ, την Κίνα ή άλλους τρίτους παίκτες.
Η ιταλοτουρκική κοινοπραξία υποσκάπτει αυτή την προσπάθεια. Αντί η Ευρώπη να επενδύσει στην ανάπτυξη ενός αμιγώς ευρωπαϊκού κατασκοπευτικού και οπλισμένου drone, η Leonardo επιλέγει την εύκολη λύση της συνεργασίας με τον γαμπρό του Ερντογάν, για να καλύψει το κενό που υπάρχει αυτή τη στιγμή στις ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις. Με αυτόν τον τρόπο, ευρωπαϊκά κεφάλαια θα καταλήγουν εμμέσως στην Άγκυρα, ενισχύοντας μια πολεμική βιομηχανία που συχνά στρέφεται κατά των συμφερόντων της ίδιας της Ευρώπης, όπως συμβαίνει με τις συνεχείς απειλές και την αναθεωρητική ρητορική της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Επιπλέον, η μεταφορά τεχνολογίας προς μια χώρα που διατηρεί στενές σχέσεις με τη Μόσχα και δεν ευθυγραμμίζεται με τις κυρώσεις της Δύσης αποτελεί μόνιμη πηγή ανησυχίας για τις δυτικές υπηρεσίες ασφαλείας. Οι εγγυήσεις που έδωσε η Ρώμη περί «κρατικών μυστικών» και «διαβαθμισμένων τεχνολογιών» θα δοκιμαστούν σκληρά στην πράξη, όταν οι Τούρκοι μηχανικοί της Baykar θα εργάζονται δίπλα-δίπλα με τους Ιταλούς στα εργοστάσια της Leonardo.
Η απόφαση της Ρώμης να ανοίξει την πόρτα στην Baykar αποτελεί μια καθαρά ωφελιμιστική κίνηση, η οποία βάζει το βραχυπρόθεσμο οικονομικό κέρδος και την κάλυψη των επιχειρησιακών κενών πάνω από τη μακροπρόθεσμη στρατηγική ασφάλεια της Ευρώπης. Ο Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ και το καθεστώς Ερντογάν πέτυχαν να διασπάσουν το ευρωπαϊκό μέτωπο, χρησιμοποιώντας την Ιταλία για να εδραιώσουν την τουρκική αμυντική παρουσία στην Ευρώπη. Το αν οι «όροι και προϋποθέσεις» του ιταλικού Golden Power θα αποδειχθούν αρκετοί για να συγκρατήσουν τις φιλοδοξίες της Άγκυρας μένει να φανεί. Ωστόσο, το πρώτο και πιο κρίσιμο βήμα για την τουρκική διείσδυση έχει ήδη γίνει.



