Για ένα δυνατό τετράμηνο μέχρι το τέλος της χρονιάς στο asset management ετοιμάζονται οι τράπεζες, με στόχο την καταγραφή νέων ιστορικών υψηλών στον τομέα. Σύμμαχός τους σε αυτήν την προσπάθεια είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η οποία θα προχωρήσει εκτός συγκλονιστικού απροόπτου στη δεύτερη αύξηση των επιτοκίων της εφέτος στη συνεδρίαση του διοικητικού της συμβουλίου στις 10 Σεπτεμβρίου.
Μεγάλο μέρος των επενδυτών που τα επέλεξαν κατά τη διετία 2023 – 2024, μετά τη λήξη τους δεν προχωρούν σε τοποθέτηση των χρημάτων τους στα νέα προϊόντα που προσφέρουν οι τράπεζες, λόγω των χαμηλότερων αποδόσεων σήμερα
Εφόσον επιβεβαιωθεί αυτή η εκτίμηση, το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων της Ευρωτράπεζας θα βρεθεί στο 2,50% από 2% μέχρι και τον περασμένο Μάιο.
Θα δοθεί έτσι η δυνατότητα στις τράπεζες να δημιουργήσουν αποταμιευτικά προγράμματα με καλύτερες αποδόσεις, με κεντρική επιδίωξη την περαιτέρω ενίσχυση της ζήτησης για εναλλακτικές μορφές αποταμίευσης.
Ο σχεδιασμός
Σύμφωνα με πληροφορίες, στο σχεδιασμό τους βρίσκεται το λανσάρισμα τόσο ομολογιακών όσο και σύνθετων αμοιβαίων κεφαλαίων με συγκεκριμένους στόχους για την υπεραξία που θα πετύχουν για λογαριασμό των επενδυτών.
Πρόκειται, όπως επισημαίνουν τραπεζικά στελέχη, για χαρακτηριστικό που όταν δημοσιοποιείται, καθιστά πιο ελκυστικό ένα προϊόν στα μάτια των υποψήφιων αποταμιευτών.
«Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που τα προϊόντα προκαθορισμένης διάρκειας, τα οποία επενδύουν το μεγαλύτερο μέρος του ενεργητικού τους σε ομόλογα, συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον των πελατών μας τα τελευταία χρόνια», σημειώνουν σχετικά.
Κατά τις ίδιες πηγές, «το ίδιο ισχύει και για τα σύνθετα αμοιβαία κεφάλαια, που προσομοιάζουν με προγράμματα εγγυημένου κεφαλαίου».
Στα συγκεκριμένα προϊόντα, με την αξιοποίηση παράγωγων μέσων οι διαχειριστές τους δημιουργούν στοιχήματα που αν κερδηθούν, αποφέρουν υψηλές αποδόσεις, χωρίς ουσιαστικό ρίσκο απώλειας του αρχικού κεφαλαίου.
Στο χειρότερο σενάριο δηλαδή, ο επενδυτής θα πάρει πίσω τα χρήματά του.
Πίεση από τον ανταγωνισμό
Η ανανέωση του προϊοντικού χαρτοφυλακίου των τραπεζών καθίσταται όμως και για ένα ακόμη λόγο αναγκαία.
Ο ανταγωνισμός από νέους παίκτες στο κομμάτι της διαχείρισης περιουσίας έχει οξυνθεί.
Συγκεκριμένα, fintechs και neobanks μέσω των mobile εφαρμογών τους έχουν καταστήσει πολύ εύκολη τη δημιουργία ενός επενδυτικού χαρτοφυλακίου.
Όλα γίνονται μέσα από το κινητό τηλέφωνο του πελάτη, ο οποίος παρακολουθεί καθημερινά την αξία της επένδυσής του και μπορεί να την αυξομειώνει κατά τις επιθυμίες τους. Τα πάντα γίνονται δε από τη συσκευή του.
Κινητικότητα καταγράφεται και στις λύσεις που παρέχουν πρόσβαση σε αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων, τα οποία διατίθενται με συγκεκριμένη πρόβλεψη για την απόδοση που θα πετύχουν σε βάθος 12μήνου.
Τα μεγέθη της αγοράς
Σημειώνεται ότι το συνολικό ενεργητικό της εγχώριας αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων έχει πλέον αναρριχηθεί στο ιστορικό υψηλό των 33,8 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για επίπεδα υψηλότερα κατά 4,4 δισ. ευρώ περίπου από τις αρχές του έτους, ενώ σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα η άνοδος προσεγγίζει τα 6 δισ. ευρώ.
Η επίδοση αυτή είναι αποτέλεσμα τόσο των φρέσκων τοποθετήσεων σε αμοιβαία κεφάλαια όσο και της ενίσχυσης της καθαρής αξίας των χαρτοφυλακίων τους.
Αναλυτικότερα, από τις αρχές του 2026 οι καθαρές εισροές συνολικά φτάνουν στα 2,55 δισ. ευρώ.
Η μείωση του 2026
Σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο πάντως είναι χαμηλότερες κατά 1,2 δισ. ευρώ ή 33%.
Τραπεζικοί κύκλοι χαρακτηρίζουν λογική τη μείωση των καθαρών εισροών.
Όπως σημειώνουν από τη μία πλευρά, έχει περιοριστεί η δεξαμενή των πελατών που είναι ανοιχτοί στο να εμπιστευτούν τους διαχειριστές αμοιβαίων κεφαλαίων.
Ταυτόχρονα, αρνητική επίδραση είχε στην αγορά η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ, η οποία κόντυνε τις αποδόσεις των πιο δημοφιλών προϊόντων.
Ο λόγος γίνεται για τα ομολογιακά αμοιβαία κεφάλαια ορισμένης διάρκειας, η ζήτηση για τα οποία μειώθηκε.
Αυτό αποτυπώνεται στη μείωση των καθαρών εισροών στα διεθνή προϊόντα της κατηγορίας στην περιοχή του 1 δισ. ευρώ από τις αρχές του 2026 έναντι 2,4 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Μεγάλο μέρος των επενδυτών που τα επέλεξαν κατά τη διετία 2023 – 2024, μετά τη λήξη τους δεν προχωρούν σε τοποθέτηση των χρημάτων τους στα νέα προϊόντα που προσφέρουν οι τράπεζες, λόγω των χαμηλότερων αποδόσεων σήμερα.
Με την άνοδο του κόστους χρήματος ωστόσο θα δοθεί η δυνατότητα δημιουργίας πιο αποδοτικών αμοιβαίων κεφαλαίων, συνθήκη που θεωρείται αναγκαία για την εκ νέου ενίσχυση των πωλήσεών τους.


