Η είδηση ότι η Ιταλία ζητεί επισήμως από τις Ηνωμένες Πολιτείες την παραχώρηση επτά μεταχειρισμένων Αμφίβιων Τεθωρακισμένων Οχημάτων Εφόδου AAV-7 έρχεται να λειτουργήσει ως ένας ακόμη καθρέφτης της ελληνικής αμυντικής παθογένειας. Ταυτόχρονα, η Τουρκία αθόρυβα και μεθοδικά προχώρησε στην κατασκευή των δικών της αποβατικών – αντιγραφή των αμερικάνικων, αποκτώντας αποβατική υπεροχή στο Αιγαίο.
Του Χρήστου Μαζανίτη
Ενώ η Ρώμη σπεύδει να μαζέψει ακόμη και τα «ψίχουλα» των διαθέσιμων αμερικανικών αποθεμάτων για να ενισχύσει τις δικές της δυνάμεις, η Αθήνα παρακολουθεί ως θεατής, έχοντας κλωτσήσει μια ιστορική ευκαιρία.
Το χρονικό της ελληνικής υπαναχώρησης από την απόκτηση των 76 οχημάτων AAV-7, όπως είχαμε αποκαλύψει με σειρά ρεπορτάζ στο enikos.gr, δεν αποτελεί απλώς μια χαμένη αμυντική προμήθεια. Αποτελεί ένα στρατηγικό, επιχειρησιακό και δημοσιονομικό λάθος, το οποίο αφήνει τους Έλληνες Πεζοναύτες εκτεθειμένους στο σύγχρονο πεδίο μάχης, την ίδια ώρα που η Τουρκία χτίζει μια τρομακτική αμφίβια ισχύ.
Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος της αποτυχίας, πρέπει να ανατρέξει στο πρόσφατο παρελθόν. Το πρόγραμμα για την απόκτηση 76 ανακατασκευασμένων οχημάτων AAV-7 από τα πλεονάσματα του Σώματος των Αμερικανών Πεζοναυτών είχε φτάσει στην τελική του ευθεία. Το State Department είχε ανάψει το πράσινο φως για μια συμφωνία ύψους περίπου 250 εκατ. ευρώ.
Το πακέτο αυτό δεν περιλάμβανε απλώς τα οχήματα —που θα παραδίδονταν με εργοστασιακή ανακατασκευή «μηδενικών ωρών»— αλλά και μια πλήρη υλικοτεχνική υποστήριξη (ILS) καθώς και εγγυημένη ροή ανταλλακτικών για τουλάχιστον 15 χρόνια. Οι ΗΠΑ πρόσφεραν μάλιστα ευνοϊκή χρηματοδότηση μέσω του προγράμματος FMF, γεγονός που σήμαινε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να αποκτήσει μια ολόκληρη ταξιαρχία αμφίβιων τεθωρακισμένων με εξαιρετικά χαμηλή προκαταβολή και δόσεις σε βάθος χρόνου.

Αντί όμως η Αθήνα να υπογράψει τη σύμβαση, ξεκίνησε ένας απίστευτος κύκλος εσωτερικής συζήτησης και γραφειοκρατικών παλινδρομήσεων. Όπως είχαμε αποκαλύψει η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων αποφάσισε να «υποβαθμίσει» την προτεραιότητα του προγράμματος, επικαλούμενη την ανάγκη εξοικονόμησης δημοσιονομικού χώρου για την αγορά των ελικοπτέρων Black Hawk. Η δικαιολογία της έλλειψης κονδυλίων κατέρρεε από μόνη της, καθώς το κόστος των 250 εκατομμυρίων για μια τόσο κρίσιμη ικανότητα θεωρείτο αμελητέο σε σχέση με το βάθος αποπληρωμής και τους ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης από τις ΗΠΑ.
Ακόμη χειρότερα, η απόρριψη συνοδεύτηκε από μια σειρά από φθηνά επιχειρήματα και «παιδικές δικαιολογίες» που διακινήθηκαν στο παρασκήνιο. Ακούστηκε το μυθικό επιχείρημα ότι τα AAV-7 είναι πολύ βαριά και «δεν τα αντέχουν οι ράμπες των ελληνικών αρματαγωγών κλάσης ΙΑΣΩΝ», ένας ισχυρισμός που καταρρίφθηκε αμέσως από τους ειδικούς, καθώς τα συγκεκριμένα πλοία έχουν σχεδιαστεί για να μεταφέρουν πολύ βαρύτερα άρματα μάχης όπως τα Leopard. Προβλήθηκαν επίσης υπερβολικές ανησυχίες για το κόστος συντήρησης, τη στιγμή που η πρώτη αρχή στις Ένοπλες Δυνάμεις είναι ότι η ασφάλεια των στρατιωτών συνεπώς και των πολιτών δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε ευρώ. Το αποτέλεσμα αυτής της αναβλητικότητας ήταν το πρόγραμμα να παγώσει οριστικά και η Ελλάδα να μείνει χωρίς αμφίβια θωράκιση.
Η τραγική συνέπεια αυτού του λάθους είναι ότι το πρώτο κύμα των Ελλήνων Πεζοναυτών της 32ης Ταξιαρχίας είναι καταδικασμένο, σε περίπτωση επιχειρήσεων στο Αιγαίο, να μεταφέρεται με τις κλασικές, ξεπερασμένες και εντελώς απροστάτευτες αποβατικές ακάτους (ΑΒΑΚ). Πρόκειται για ανοιχτά, άοπλα και αθωράκιστα πλοιάρια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το προσωπικό είναι εκτεθειμένο στα εχθρικά πυρά από την πρώτη στιγμή που θα αφήσει το μητρικό πλοίο μέχρι να πατήσει στην ακτή.
Σε ένα σύγχρονό περιβάλλον γεμάτο με drones αυτοκτονίας, κατευθυνόμενα βλήματα και βαριά πολυβόλα, η αποστολή των πεζοναυτών με ΑΒΑΚ ισοδυναμεί με επιχείρηση αυτοκτονίας. Τα AAV-7 θα προσέφεραν στους άνδρες τη δυνατότητα να βγουν στην ακτή προστατευμένοι από τη θωράκιση, παρέχοντας ταυτόχρονα ισχυρή υποστήριξη πυρών με τα πολυβόλα των 12,7 χιλιοστών και τους εκτοξευτές βομβίδων Mk19 που διαθέτουν.
Η Τουρκία
Την ίδια στιγμή που η Ελλάδα πετούσε στα σκουπίδια την αμερικανική πρόταση, η Τουρκία ακολουθούσε μια εκ διαμέτρου αντίθετη στρατηγική, επενδύοντας στην απόλυτη επιθετική αμφίβια κυριαρχία. Η Άγκυρα δεν έμεινε στα λόγια του ανυπόστατου και αλυτρωτικού δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», αλλά τη θωράκισε με πράξεις. Η τουρκική αμυντική βιομηχανία ανέπτυξε και έθεσε σε μαζική παραγωγή το εγχώριο αμφίβιο τεθωρακισμένο όχημα ZAHA (Marine Assault Vehicle), το οποίο έχει ήδη αρχίσει να παραδίδεται στην Τουρκική Ταξιαρχία Πεζοναυτών στη Σμύρνη, ακριβώς απέναντι από τα ελληνικά νησιά.

Το ZAHA αποτελεί μια θανάσιμη απειλή για την ελληνική άμυνα στο Αιγαίο. Διαθέτει κορυφαία υδροδυναμική σχεδίαση, κινείται με μεγάλες ταχύτητες στο νερό και είναι εξοπλισμένο με τηλεχειριζόμενο πύργο όπλων. Το πιο επικίνδυνο στοιχείο, ωστόσο, είναι η επιχειρησιακή αυτονομία που δίνει στις τουρκικές δυνάμεις. Λόγω της μεγάλης εμβέλειάς τους, τα ZAHA μπορούν να εκκινήσουν απευθείας από τα μικρασιατικά παράλια έμφορτα με πεζοναύτες και να επιτεθούν σε ελληνικά μικρονήσια ή βραχονησίδες μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Δεν χρειάζεται καν να επιβιβαστούν στο τουρκικό ελικοπτεροφόρο Anadolu ή σε μεγάλα αρματαγωγά, γεγονός που επιτρέπει στην Άγκυρα να εκτελέσει μια αστραπιαία, αιφνιδιαστική αποβατική ενέργεια χωρίς να δώσει έγκαιρα προειδοποιητικά σημάδια στην ελληνική πλευρά. Η πρόσφατη τουρκική άσκηση «EFES», όπου τα ZAHA πρωταγωνίστησαν σε σενάρια κατάληψης νησιού με την υποστήριξη επιθετικών ελικοπτέρων, έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα για το πώς σκοπεύει να χρησιμοποιήσει η Άγκυρα αυτά τα όπλα.
Η αντίθεση είναι θλιβερή και ανησυχητική. Από τη μία πλευρά, έχουμε μια Τουρκία που σχεδιάζει με βάθος χρόνου, παράγει τα δικά της αμφίβια τεθωρακισμένα και εκπαιδεύει τους πεζοναύτες της σε σύγχρονες μορφές πολέμου. Από την άλλη πλευρά, έχουμε μια Ελλάδα που, παρά τις διαρκείς προειδοποιήσεις επέδειξε μια ακατανόητη αναβλητικότητα. Η Αθήνα αρνήθηκε ένα έτοιμο, δοκιμασμένο και οικονομικό πακέτο 76 οχημάτων, με τους στρατιωτικούς να ισχυρίζονται ότι οι πεζοναύτες έχουν – σε αυτόν τον τομέα – καταδικαστεί σε επιχειρησιακή γύμνια.
Το γεγονός ότι τώρα ακόμη και η Ιταλία τρέχει να μαζέψει τα εναπομείναντα AAV-7 από τις ΗΠΑ αποδεικνύει ότι τα οχήματα αυτά κάθε άλλο παρά άχρηστα ή ξεπερασμένα είναι.
Υπό τον φόβο η απόρριψη των AAV-7 να καταγραφεί στην ιστορία των ελληνικών εξοπλισμών ως ένα από τα πιο τρανταχτά παραδείγματα κακού σχεδιασμού, στρατιωτικοί κύκλοι επισημαίνουν αφενός ότι θα πρέπει κάτι να γίνει άμεσε κι αφετέρου τη μεγάλη ευκαιρία που εκμεταλλεύτηκε η Άγκυρα δημιουργώντας μία αμφίβια μέγγενη στα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

