Σε υψηλό πέντε μηνών ενισχύεται η αισιοδοξία των επενδυτών για τη γερμανική οικονομία, καθώς οι μεταρρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς δημιουργούν προσδοκίες ότι μπορούν να δώσουν νέα ώθηση στην ανάπτυξη.
Ο δείκτης προσδοκιών του ινστιτούτου ZEW στο Μάνχαϊμ αυξάνεται στις 26,3 μονάδες τον Ιούλιο, από 10,5 μονάδες τον Ιούνιο, ξεπερνώντας σημαντικά τη μέση εκτίμηση των αναλυτών που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg και προέβλεπαν άνοδο στις 15,3 μονάδες. Παράλληλα, βελτιώνεται και ο δείκτης που αποτυπώνει τις τρέχουσες συνθήκες.
Τα στοιχεία αντανακλούν την ενισχυμένη αισιοδοξία για τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, μετά τα μέτρα υπέρ της ανάπτυξης που παρουσίασε το Βερολίνο στις αρχές του μήνα. Η επενδυτική εμπιστοσύνη ενισχύεται παρά την αναζωπύρωση των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή, η οποία αυξάνει τον κίνδυνο νέων διαταραχών στον ενεργειακό εφοδιασμό και επιβαρύνει τη γερμανική βιομηχανία.
“Φαίνεται ότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν αποτέλεσμα”, δήλωσε την Τρίτη ο πρόεδρος του ZEW, Achim Wambach, επισημαίνοντας τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη στους εξαγωγικούς κλάδους και την εγχώρια ζήτηση. Ωστόσο, όπως πρόσθεσε, η αβεβαιότητα που συνδέεται με τις εξελίξεις στη σύγκρουση με το Ιράν και την τιμή του πετρελαίου παραμένει κρίσιμος παράγοντας για τις προοπτικές ανάκαμψης της γερμανικής οικονομίας.
Στις αρχές Ιουλίου, ο Μερτς δεσμεύτηκε να “βγάλει τη γερμανική οικονομία από τη στασιμότητα”, ανακοινώνοντας μέτρα που περιλαμβάνουν μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό, στα εργασιακά και στο φορολογικό σύστημα. Ο ίδιος εκτίμησε ότι το πακέτο μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη άνω του 1% το 2027.
Οι μεταρρυθμίσεις συνέβαλαν στην άνοδο του DAX, του βασικού χρηματιστηριακού δείκτη της Γερμανίας, στις αρχές Ιουλίου, σε μια περίοδο κατά την οποία φαινόταν επίσης να υποχωρεί η ένταση στη σύγκρουση με το Ιράν. Ωστόσο, τα κέρδη αυτά έχουν έκτοτε εξαλειφθεί.
Η γερμανική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ενδείξεις σταθεροποίησης, παρά την αναζωπύρωση των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με μηνιαία έκθεσή του Υπουργείου Οικονομίας στα μέσα Ιουλίου.
Ωστόσο, οι υψηλότερες τιμές ενέργειας και πρώτων υλών αναμένεται να συνεχίσουν να επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις, αυξάνοντας το κόστος εισροών.
Οι βασικότερες μεταρρυθμίσεις
Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters και με τον επίσημο ιστότοπο της γερμανικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης, οι βασικότερες αλλαγές τις οποίες έχει εξαγγείλει η συμμαχική κυβέρνηση Κεντροδεξιάς – Κεντροαριστεράς υπό τον κ. Μερτς είναι οι εξής:
Φορολογική μεταρρύθμιση: Ελαφρύνσεις περίπου 10 δισ. ευρώ ετησίως για χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, μέσω αυξήσεων στα αφορολόγητα όρια, στο επίδομα τέκνων και στην έκπτωση φόρου για εργαζομένους. Παράλληλα, αυξάνεται η φορολογία των υψηλότερων εισοδημάτων: ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής αυξάνεται από 45% σε 47% και εφαρμόζεται από χαμηλότερο εισοδηματικό όριο.
Μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού: Η κυβέρνηση προωθεί αλλαγές με στόχο τη βιωσιμότητα του συστήματος, μεταξύ άλλων με μεγαλύτερη αξιοποίηση των κεφαλαιαγορών και τη δημιουργία επενδυτικού πυλώνα. Η κυβέρνηση έχει επίσης ανοίξει τη συζήτηση για σταδιακή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, ενώ η αρμόδια επιτροπή αναμένεται να εισηγηθεί συγκεκριμένες αλλαγές.
Αγορά εργασίας: Προωθούνται αλλαγές στους κανόνες για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αυστηρότεροι κανόνες για τη χορήγηση αναρρωτικών αδειών και μέτρα κατά της καταχρηστικής χρήσης του συστήματος κοινωνικών παροχών.
Υγεία: Η κυβέρνηση προωθεί μεταρρυθμίσεις για τον περιορισμό του κόστους του συστήματος υγείας και την αντιμετώπιση της αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών. Στο δεύτερο πακέτο μέτρων που εγκρίθηκε στις 15 Ιουλίου περιλαμβάνονται επίσης παρεμβάσεις στον τομέα της υγείας.
Μείωση γραφειοκρατίας και ψηφιοποίηση του κράτους: Το Βερολίνο προωθεί περικοπές και ψηφιοποίηση των ομοσπονδιακών υπουργείων, με στόχο τη μείωση του διοικητικού κόστους και του προσωπικού, καθώς και την απλοποίηση διαδικασιών για επιχειρήσεις και πολίτες.
Ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της επιχειρηματικότητας: Το πακέτο περιλαμβάνει μέτρα για τη μείωση του ρυθμιστικού βάρους, την επιτάχυνση των διαδικασιών και τη δημιουργία πιο ευέλικτου πλαισίου για τις επιχειρήσεις.


