Την άμεση και πλήρη υλοποίηση των δεσμεύσεων που απορρέουν από την εμπορική συμφωνία του Μπουσάν ζήτησαν από το Πεκίνο ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, και ο Αμερικανός εμπορικός αντιπρόσωπος, Τζέιμισον Γκριρ, κατά τη διάρκεια συνομιλιών με τον αντιπρόεδρο της κινεζικής κυβέρνησης, Χε Λιφένγκ, με αντικείμενο τις οικονομικές και εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών.
Όπως ανακοίνωσε την Παρασκευή το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, οι δύο Αμερικανοί αξιωματούχοι υπογράμμισαν την ανάγκη το Πεκίνο να προχωρήσει χωρίς καθυστερήσεις στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων.
“Τόνισα τη σημασία της πλήρους και άμεσης τήρησης των δεσμεύσεων της Κίνας, εξέφρασα ανησυχίες για πρόσφατες ενέργειες του Πεκίνου και κατέστησα σαφές ότι η πρόοδος εξαρτάται από συγκεκριμένα αποτελέσματα”, ανέφερε ο Μπέσεντ σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Από την πλευρά του, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ξεκαθάρισε ότι οι ΗΠΑ θα παρακολουθούν στενά την εφαρμογή της συμφωνίας από την Κίνα, επισημαίνοντας ότι η αξιολόγηση της συμμόρφωσης του Πεκίνου θα βασιστεί στην υλοποίηση των δεσμεύσεών του, σύμφωνα με το Reuters.
Στο επίκεντρο οι δασμοί και οι αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων
Το Πεκίνο έχει καταστήσει σαφές ότι οι δασμολογικές παραχωρήσεις παραμένουν βασικό στοιχείο των διαπραγματευτικών του επιδιώξεων. Την Πέμπτη, το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου δήλωσε ότι η χώρα είναι διατεθειμένη να αυξήσει τις αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, υπό την προϋπόθεση ότι οι δύο πλευρές θα εφαρμόσουν τη συμφωνία αμοιβαίας μείωσης των δασμών.
Μετά τη σύνοδο κορυφής του Σεπτεμβρίου στην Ουάσιγκτον, μεταξύ του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ και του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, οι δύο χώρες παρουσίασαν ένα σχέδιο αμοιβαίων δασμολογικών μειώσεων συνολικού ύψους 60 δισ. δολαρίων.
Στο πλαίσιο του σχεδίου περιλαμβάνονται αμερικανικά αγροτικά προϊόντα αξίας περίπου 17 δισ. δολαρίων, τα οποία είχε εισαγάγει η Κίνα το 2024. Ωστόσο, το σχετικό πακέτο δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί.
Τον Μάιο, ο Λευκός Οίκος είχε ανακοινώσει ότι η Κίνα συμφώνησε να αγοράζει αμερικανικά αγροτικά προϊόντα αξίας 17 δισ. δολαρίων ετησίως, αρχής γενομένης από το 2026, με τον στόχο για το τρέχον έτος να προσαρμόζεται αναλογικά.


