Η κατάληψη από το Ιράν δύο φορτηγών πλοίων στο Στενό του Ορμούζ περιγράφεται ευρέως ως πρόκληση ή διακοπή της εκεχειρίας. Ωστόσο, κατά τον καθηγητή Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Σικάγο, Ρόμπερτ Πέιπ, αποτελεί κάτι περισσότερο από αυτό. Είναι η εναρκτήρια κίνηση σε μια ακολουθία που ήταν ορατή εκ των προτέρων.
Ήδη πριν από την κατάληψη των πλοίων ο Πέιπ υποστήριζε (στην στήλη του The Escalation Trap Sunbstack) ότι η εκεχειρία δεν αποτύγχανε απλώς: Έδινε τη θέση της σε ένα δομημένο μοτίβο κλιμάκωσης που καθοδηγείται από μιαν υποκείμενη λογική μηδενικού αθροίσματος. Ο έλεγχος του Στενού του Ορμούζ και η πυρηνική ικανότητα του Ιράν δεν μπορούν να διαχωρισθούν ή να αμφισβητηθούν κατά τρόπο που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές. Όταν οι συγκρούσεις δομούνται με αυτόν τον τρόπο, οι παύσεις στις μάχες δεν επιλύουν το πρόβλημα. Θέτουν τις προϋποθέσεις για την επόμενη φάση.
Αυτό που βλέπουμε τώρα ταιριάζει σε αυτό το μοτίβο με εντυπωσιακή ακρίβεια. Το Ιράν δεν έχει επιχειρήσει να κλείσει το Στενό. Αντίθετα, έχει εισαγάγει επιλεκτικές, στοχευμένες διαταραχές σηματοδοτώντας την ικανότητά του να επιβάλλει κόστος χωρίς να προκαλεί άμεση αντιπαράθεση πλήρους κλίμακας. Αυτή δεν είναι τυχαία συμπεριφορά. Είναι μια σταθμισμένη προσπάθεια επίδειξης μόχλευσης.
Η λογική είναι απλή. Ο εξαναγκασμός ξεκινά με σήματα που υποστηρίζονται από πραγματικές συνέπειες. Αλλά τα σήματα λειτουργούν μόνο εάν επιβάλλουν μια αλλαγή στη συμπεριφορά. Εάν δεν το κάνουν, η πίεση δεν διαλύεται – εντείνεται. Αυτό που ξεκινά ως επεισοδιακή αναστάτωση μετατοπίζεται προς μια διαρκή οικονομική πίεση, όπου ο στόχος δεν είναι πλέον η επίδειξη ικανότητας, αλλά η επιβολή σωρευτικού κόστους στις ενεργειακές ροές, στις περιφερειακές υποδομές και, τελικά, στην παγκόσμια οικονομία.
Κατά τον Πέιπ, στο επίκεντρο του πολέμου βρίσκεται ένα γεγονός που δεν μπορεί να επιλυθεί με διαπραγμάτευση: Το Ιράν είτε διατηρεί μια πυρηνική ικανότητα στο κατώφλι της παραγωγής όπλων, είτε όχι. Δεν υπάρχει σταθερή μέση λύση που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το να επιτραπεί στο Ιράν να διατηρήσει αυτήν την ικανότητα θα άλλαζε ριζικά την περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων, θα αποδυνάμωνε την αποτροπή και θα υπονόμευε την αξιοπιστία των μακροχρόνιων δεσμεύσεων μη διάδοσης των πυρηνικών. Για το Ιράν, η παραίτηση από αυτήν την ικανότητα (ειδικά υπό εξαναγκασμό) θα εξέθετε το καθεστώς σε μελλοντικές πιέσεις και πιθανή απειλητική για το καθεστώς ευπάθεια.
Αυτό δεν είναι ένα πρόβλημα διαπραγμάτευσης όπου οι σταδιακές παραχωρήσεις μπορούν να δημιουργήσουν ισορροπία. Είναι μια συνθήκη μηδενικού αθροίσματος, όπου το αποτέλεσμα καθορίζει άμεσα την ασφάλεια και των δύο πλευρών, επειδή καθορίζει τη σχετική τους ισχύ. Οποιαδήποτε εκεχειρία που αφήνει αυτό το ζήτημα άλυτο είναι επομένως δομικά ασταθής. Αναβάλλει την αντιπαράθεση αλλά δεν εξαλείφει την υποκείμενη ασυμβατότητα. Τη στιγμή που η μία πλευρά αντιλαμβάνεται ότι η καθυστέρηση ενισχύει τη θέση της άλλης, το κίνητρο της κλιμάκωσης επιστρέφει.
Η ίδια λογική μηδενικού αθροίσματος ισχύει (πιο ορατά και πιο άμεσ) για το Στενό του Ορμούζ. Πριν από τον πόλεμο, το Ορμούζ λειτουργούσε ως παγκόσμιο κοινό αγαθό, μεταφέροντας περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Αυτή η προϋπόθεση πλέον δεν ισχύει. Το Ιράν έχει αποδείξει ότι μπορεί να μεταβεί από την αναστάτωση της κυκλοφορίας στον υπό όρους έλεγχο, επιτρέποντας τη διέλευση υπό τους δικούς του όρους, ενώ περιορίζει ή αρνείται την πρόσβαση όταν το επιθυμεί. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε απάντηση, προσπαθούν να διατηρήσουν την ανοιχτή ναυσιπλοΐα μέσω ναυτικού αποκλεισμού.
Αλλά αυτές οι θέσεις δεν μπορούν να συμβιβαστούν. Είτε το Ορμούζ λειτουργεί ως ανοιχτό διεθνές πέρασμα, είτε κυβερνάται από το Ιράν. Δεν μπορεί να είναι και τα δύο ταυτόχρονα. Όταν το Ιράν κήρυξε το στενό “ανοιχτό”, το έπραξε υπό τη δική του εξουσία, απαιτώντας συντονισμό μαζί του και σηματοδοτώντας ότι η πρόσβαση ήταν εξαρτώμενη. Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες διατήρησαν τον ναυτικό αποκλεισμό τους, το Ιράν αντέδρασε κλείνοντας ξανά το στενό και επιβάλλοντας αυτή την απόφαση με βία. Η ταλάντωση δεν είναι σύγχυση: είναι η άμεση έκφραση ενός αγώνα μηδενικού αθροίσματος για το ποιος ελέγχει ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία στραγγαλισμού στην παγκόσμια οικονομία – και επομένως ένας μοχλός σχετικής ισχύος.
Οι συγκρούσεις μηδενικού αθροίσματος δεν κλιμακώνονται αυτόματα. Κλιμακώνονται όταν και οι δύο πλευρές αποκαλύπτουν ότι η ήττα είναι χειρότερη από τη μάχη. Αυτό το όριο έχει πλέον ξεπεραστεί. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επεκτείνει σταθερά το επιχειρησιακό τους πεδίο – από αεροπορικές επιδρομές σε ναυτικό αποκλεισμό και τώρα προς την άμεση παρεμπόδιση των ιρανικών αποστολών πετρελαίου. Το Ιράν έχει ανταποκριθεί συμμετρικά, μεταβαίνοντας από την έμμεση πίεση στον άμεσο έλεγχο των θαλάσσιων ροών και την κινητική επιβολή κατά της ναυτιλίας.
Αυτές οι ενέργειες δεν αναλαβάνοναι απρόθυμα ή σε λογική αντίδρασης. Είναι σήματα προτίμησης. Κάθε πλευρά δείχνει ότι είναι πρόθυμη να απορροφήσει το κόστος της κλιμάκωσης, παρά να αποδεχτεί ένα αποτέλεσμα που υπονομεύει τους βασικούς της στόχους, ήτοι τη θέση της στην ισορροπία δυνάμεων. Μόλις αυτή η προτίμηση αποκαλυφθεί και από τις δύο πλευρές, οι εκεχειρίες χάνουν τη λειτουργία τους ως οδοί προς την επίλυση. Γίνονται προσωρινές παύσεις μέσα σε μια ευρύτερη τροχιά ανταγωνισμού.
Το μοτίβο των τελευταίων επτά εβδομάδων (σταδιακή κλιμάκωση, σύντομες παύσεις, ανανεωμένη κλιμάκωση) δεν είναι επομένως τυχαίο. Είναι ο φυσικός ρυθμός μιας σύγκρουσης μηδενικού αθροίσματος μεταξύ των δρώντων που προτιμούν την κλιμάκωση από την παραχώρηση. Κάθε κίνηση δοκιμάζει τα όρια, κάθε απάντηση επαναφέρει τη γραμμή βάσης και η συνολική τροχιά σφίγγεται με την πάροδο του χρόνου.
Το ερώτημα δεν είναι γιατί η εκεχειρία έχει σκαμπανεβάσματα. Είναι γιατί μια σταθερή πορεία προς την ειρήνη φαίνεται τόσο ασταθής. Όσο τα κεντρικά ζητήματα παραμένουν μηδενικού αθροίσματος και όσο και οι δύο πλευρές συνεχίζουν να προτιμούν την κλιμάκωση από τη στρατηγική ήττα οι βραχυπρόθεσμες συμφωνίες δεν μπορούν να παράγουν διαρκή σταθερότητα. Διακόπτουν τη σύγκρουση, αλλά δεν την επιλύουν.
Αυτό που ακολουθεί δεν είναι απαραίτητα συνεχής πόλεμος, αλλά επαναλαμβανόμενη κλιμάκωση: Αποκλεισμός ακολουθούμενος από αντίμετρα, απαγόρευση ακολουθούμενη από αντίποινα. Κάθε βήμα δικαιολογείται από το τελευταίο και περιορίζεται το περιθώριο για αυτοσυγκράτηση. Οι εξωτερικοί παράγοντες μπορεί να πιέσουν για αποκλιμάκωση και οι αγορές μπορεί να απαιτούν σταθερότητα, αλλά αυτές οι πιέσεις δεν μπορούν να παρακάμψουν την υποκείμενη δομή: την πάλη για τη σχετική ισχύ.
Αυτή η δομή είναι καθοριστική. Δεν δείχνει προς την επίλυση, αλλά προς τη συνεχή σύσφιξη της σύγκρουσης με την πάροδο του χρόνου, καταλήγει ο Πέιπ.
Κ.Ρ.

