Του Τάσου Δασόπουλου
Οι σοβαρότερες του αναμενομένου συνέπειες της ενεργειακής κρίσης στις χώρες της ζώνης του ευρώ, αναβάλλουν τις σκέψεις για αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ στις αρχές του καλοκαιριού.
Η ίδια η Πρόεδρος της Τράπεζας κα Κριστίν Λαγκάρντ, από την Ουάσιγκτον όπου βρέθηκε, συμμετέχοντας στην εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, παραδέχθηκε ότι οι προβλέψεις για την Ευρωζώνη βρίσκονται ανάμεσα στο βασικό και το επαχθές σενάριο της ΕΚΤ.
Ωστόσο, δεν υπάρχουν ακόμη αρκετά στοιχεία ώστε να δικαιολογήσουν την αύξηση των επιτοκίων του Ευρώ. Για την ακρίβεια, αυτό που έχει στα χέρια της η Κεντρική Τράπεζα του Ευρώ είναι μόνο, η αύξηση του πληθωρισμού της Ευρωζώνης στο 2,6% τον Μάρτιο, από 1,9% τον Φεβρουάριο. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ακόμα στοιχεία που να μαρτυρούν διάχυση του πληθωρισμού σε αγαθά και υπηρεσίες ή χαρακτηριστικά μονιμότητας, καθώς το τέλος του προηγούμενου μήνα, είχαμε δεδομένο μόνο ένα μήνα διάρκειας του πολέμου στο Ιράν.
Ωστόσο με βάση τις θέσεις της πλειοψηφίας των μελών του συμβουλίου νομισματικής πολιτικής, πλέον το ενδεχόμενο ενός πολέμου λίγων εβδομάδων έχει πλέον ξεπεραστεί, και το πρόβλημα με το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Με άλλα λόγια βρισκόμαστε πλέον πολύ πιο κοντά στο σενάριο που θέλει την αύξηση του πληθωρισμού στην ζώνη ευρώ, στο 4,2% για το 2026, δηλαδή ένα ποσοστό υπερδιπλάσιο του στόχου της ΕΚΤ. Συνεπώς και για την ίδια την Τράπεζα η αύξηση των επιτοκίων είναι μονόδρομος, αλλά όχι τον Απρίλιο.
Τούτο, ενώ η ΕΚΤ μπήκε σε αυτή την κρίση με την υπόσχεση ότι δεν θα επαναλάβει το λάθος του 2022 να καθυστερήσει δηλαδή να αντιδράσει στην άνοδο του πληθωρισμού.
“Θα δείξουμε τα αντανακλαστικά μας αλλά είναι πολύ νωρίς και έχουμε πολύ λίγα στοιχεία για να προχωρήσουμε άμεσα, τόνισε η κα Λαγκάρντ. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΚΤ στην συνεδρίαση της 29ης του μήνα θα τηρήσει στάση αναμονής σε ότι αφορά την αύξηση των επιτοκίων δηλώνοντας όμως ετοιμότητα να αντιδράσει όταν έχει τα απαραίτητα στοιχεία.
Δύο αυξήσεις επιτοκίων ή μήπως τρείς
Την ίδια ώρα, οι αγορές έχουν υιοθετήσει το σενάριο ότι η ΕΚΤ, θα προχωρήσει μέσα στο 2026, σε δύο αυξήσεις των επιτοκίων του Ευρώ κατά 0,25% η κάθε μια.
Τούτο, ενώ υπάρχει και ένα 30% της αγοράς το οποίο περιμένει ακόμη και τρείς αυξήσεις επιτοκίων, μέσα στο 2026. Το πρόβλημα είναι, ότι τα περιθώρια σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής, είναι σε αυτή την χρονική φάση εξαιρετικά περιορισμένα. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει οι κινήσεις που θα γίνουν να είναι προσεκτικά σχεδιασμένες, τόσο σε ότι αφορά το χρόνο όσο και το αναμενόμενο κέρδος, που θα πρέπει να ξεπερνά πλέον, την αναστροφή της ανοδικής τάσης του πληθωρισμού και θα πρέπει να εξασφαλίζει μια οριακή ανάκαμψη της Ευρωζώνης, για να μην διολισθήσει όλη η οικονομική οντότητα, στον φαύλο κύκλο του στασιμοπληθωρισμού.
Μια ακόμη παράμετρος που θα πρέπει να λάβει υπόψιν μια περιοριστική νομισματική πολιτική, είναι η ισορροπία στην ισοτιμία μεταξύ ευρώ και δολαρίου. Πολύ περισσότερο λόγω του γεγονότος, ότι η απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, δεν έχει ξεκαθαρίσει αν θέλει ένα “φθηνό” ή ένα “ακριβό” δολάριο, κατά την διάρκεια, αλλά την επόμενη ημέρα της κρίσης.

