Μετά από αρκετές ημέρες κατά τις οποίες το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας ήταν στραμμένο στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στην αντιπαράθεση Ισραήλ – Ιράν, η Ουκρανία επανέρχεται δυναμικά στο επίκεντρο της παγκόσμιας διπλωματικής ατζέντας.
Οι συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο περιθώριο της συνόδου των G7, σε συνδυασμό με τις ολοένα πιο αποτελεσματικές ουκρανικές επιθέσεις στο εσωτερικό της Ρωσίας, δημιουργούν την εικόνα μιας συντονισμένης προσπάθειας της Δύσης να αυξήσει την πίεση προς τη Μόσχα και προσωπικά προς τον Βλαντιμίρ Πούτιν, με στόχο την έναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων για τον τερματισμό του πολέμου.
Κατά τη διάρκεια των επαφών των ηγετών των επτά ισχυρότερων οικονομιών του κόσμου, η Ουκρανία βρέθηκε εκ νέου στο επίκεντρο των συζητήσεων. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ζήτησε την περαιτέρω ενίσχυση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, καθώς και τη συνέχιση της στρατιωτικής και οικονομικής στήριξης του Κιέβου, υποστηρίζοντας ότι η Ρωσία αρχίζει να αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις τόσο στο οικονομικό όσο και στο στρατιωτικό πεδίο. Παράλληλα, αρκετοί δυτικοί ηγέτες εμφανίστηκαν πρόθυμοι να εξετάσουν νέα μέτρα που θα περιορίσουν περαιτέρω τα έσοδα της Ρωσίας από τον ενεργειακό τομέα.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι συζητήσεις για την ανάγκη δημιουργίας προϋποθέσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απευθείας συνομιλίες μεταξύ Κιέβου και Μόσχας. Η αίσθηση που επικρατεί σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι ότι η πίεση προς το Κρεμλίνο πρέπει να αυξηθεί πριν η σύγκρουση εισέλθει σε ακόμη μία χειμερινή περίοδο χωρίς ορατή προοπτική επίλυσης.
Η σημασία μιας επίθεσης
Την ίδια ώρα, το Κίεβο επιδιώκει να ενισχύσει τη διαπραγματευτική του θέση και στο πεδίο των επιχειρήσεων. Σήμερα, η Ουκρανία πραγματοποίησε τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα επίθεση με drones εναντίον της Μόσχας από την έναρξη του πολέμου, πλήττοντας για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες ημέρες το μεγάλο διυλιστήριο πετρελαίου της ρωσικής πρωτεύουσας. Η επίθεση προκάλεσε πυρκαγιές, τεράστια σύννεφα καπνού και προσωρινή αναστολή λειτουργίας αεροδρομίων της Μόσχας, ενώ ανέδειξε τις αυξανόμενες δυνατότητες των ουκρανικών δυνάμεων να πλήττουν στρατηγικούς στόχους εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τη γραμμή του μετώπου.
Η σημασία της επίθεσης υπερβαίνει τη στρατιωτική της διάσταση. Το συγκεκριμένο διυλιστήριο θεωρείται κρίσιμη ενεργειακή υποδομή για τη ρωσική πρωτεύουσα και η επανειλημμένη στοχοποίησή του εντάσσεται στη στρατηγική της Ουκρανίας να πλήξει την ενεργειακή βιομηχανία που χρηματοδοτεί τη ρωσική πολεμική μηχανή. Ο ίδιος ο Ζελένσκι έχει περιγράψει τις επιθέσεις αυτές ως “κυρώσεις μεγάλου βεληνεκούς”, υποστηρίζοντας ότι συμπληρώνουν τις οικονομικές κυρώσεις που επιβάλλουν οι δυτικές κυβερνήσεις.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η συνδυασμένη χρήση οικονομικών κυρώσεων, διπλωματικών πιέσεων και στρατιωτικών πληγμάτων σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές συνιστά μια νέα φάση της δυτικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Το μήνυμα που επιχειρεί να σταλεί προς το Κρεμλίνο είναι ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί πλέον υπέρ της Μόσχας και ότι το κόστος της συνέχισης του πολέμου αυξάνεται σταθερά.
Το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι αν η αυξανόμενη αυτή πίεση θα είναι αρκετή ώστε να οδηγήσει τον Βλαντιμίρ Πούτιν σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Εκείνο που φαίνεται πλέον σαφές είναι ότι η Ουκρανία επιστρέφει στο επίκεντρο της δυτικής στρατηγικής και ότι οι προσπάθειες για να εξαναγκαστεί η Ρωσία σε έναν συμβιβασμό εισέρχονται σε μια νέα και πιο έντονη φάση.


