Στην ιστορική ευκαιρία που ανοίγεται για το Χρηματιστήριο Αθηνών, αλλά και στον τρόπο που θα πρέπει να την αξιοποιήσει ώστε να μην πάει χαμένη στάθηκαν τέσσερις κορυφαίοι εκπρόσωποι του εγχώριου οικονομικού γίγνεσθαι μιλώντας στο πλαίσιο της επετειακής εκδήλωσης για τα 150 χρόνια του ελληνικού χρηματιστηρίου.
Η Βασιλική Λαζαράκου, Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, Πρόεδρος της TITAN, η Ελένη Βρεττού, Διευθύνουσα Σύμβουλος της Credia Bank, και ο Παναγιώτης Αντωνόπουλος, Διευθύνων Σύμβουλος της Alpha Asset Management ΑΕΔΑΚ, υπογράμμισαν την ανάγκη προσέλκυσης περισσότερων ιδιωτικών κεφαλαίων, ισχυρότερης επενδυτικής κουλτούρας, απλοποίησης των κανόνων και βαθύτερης σύνδεσης με την ευρωπαϊκή αγορά, επισημαίνοντας τη σημασία να μεγαλώσει το οικοσύστημα γύρω από την κεφαλαιαγορά και η Ελλάδα να αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα.
Λαζαράκου: Η Ελλάδα κόμβος της Ανατολικής Ευρώπης
Στην ευκαιρία που δημιουργεί η ενοποίηση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών για την Ελλάδα εστίασε η Βασιλική Λαζαράκου, πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Όπως σημείωσε, η Ευρώπη πέρασε μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 σε περίοδο υπερρύθμισης και σήμερα αναζητά απλούστερους κανόνες, έχοντας πλέον αντιληφθεί ότι δεν μπορεί να παραμένει κατακερματισμένη σε 27 διαφορετικές αγορές.
Κατά την ίδια, υπάρχει πλέον ευρωπαϊκή πολιτική βούληση για αλλαγή, παρά τις αντιστάσεις επιμέρους χωρών. Σε αυτό το περιβάλλον, η ενσωμάτωση στο Euronext Athens είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μπορεί να αυξήσει την ορατότητα των ελληνικών εταιρειών και την πρόσβασή τους στα διεθνή κεφάλαια.
Η δυναμική, όπως είπε, είναι ήδη ορατή: 7-8 δισ. ευρώ αντλήθηκαν μόνο στο πρώτο οκτάμηνο του έτους και 25 δισ. ευρώ από το 2019. Προϋπόθεση για τη συνέχεια είναι ισχυρό θεσμικό πλαίσιο, διαφάνεια, εταιρική διακυβέρνηση και προστασία των επενδυτών.
Η κ. Λαζαράκου έθεσε ως φιλοδοξία η Ελλάδα να εξελιχθεί σε κόμβο της Ανατολικής Ευρώπης και να διευκολύνει τη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων μέσω της αγοράς. Παράλληλα, ξεχώρισε την εμπιστοσύνη, έναν κοινό ευρωπαϊκό αποταμιευτικό λογαριασμό και τη χρηματοοικονομική εκπαίδευση ως βασικά εργαλεία για μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στις επενδύσεις.

H ενσωμάτωση στο Euronext Athens είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μπορεί να αυξήσει την ορατότητα των ελληνικών εταιρειών και την πρόσβασή τους στα διεθνή κεφάλαια, υπογράμμισε η κα. Λαζαράκου
Παπαλεξόπουλος: «Πιο αισιόδοξος για την Ελλάδα από το σύνολο της Ευρώπης»
Την πεποίθηση ότι το Χρηματιστήριο μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα στην ελληνική οικονομία εξέφρασε ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, πρόεδρος του Τιτάν και πρώην πρόεδρος του ΣΕΒ. Υπενθύμισε ότι ο Τιτάνας είναι η δεύτερη παλαιότερη εισηγμένη μετά την Εθνική Τράπεζα, έχοντας εισαχθεί το 1912, για να υπογραμμίσει τον διαχρονικό ρόλο της αγοράς.
Κατά τον ίδιο, τα σκαμπανεβάσματα του 1999 και του 2012 δεν επέτρεψαν στο Χρηματιστήριο να αποκτήσει την εμπιστοσύνη που χρειάζεται από τον Έλληνα αποταμιευτή. Σήμερα, όμως, θεωρεί ότι η συγκυρία έχει αλλάξει. Η αξία της αγοράς έχει επιστρέψει από τα 25 δισ. ευρώ του 2012 περίπου στα 190 δισ. ευρώ, ενώ η Ελλάδα αποτελεί, όπως είπε, «νησίδα σταθερότητας».
Ο κ. Παπαλεξόπουλος εμφανίστηκε μάλιστα «πιο αισιόδοξος για την Ελλάδα από ότι για την Ευρώπη. Έθεσε ως στόχο τη δημιουργία οικοσυστημάτων σε κλάδους όπου η χώρα διαθέτει πλεονεκτήματα, όπως φάρμακα, βιοτεχνολογία, ναυτιλία και software.
Για την ενίσχυση των επενδύσεων ζήτησε θεσμούς και κατάλληλα κίνητρα, ώστε οι αδρανείς καταθέσεις να κατευθυνθούν οργανωμένα προς το retail investing. «Πρέπει να μπορούμε να φανταστούμε ότι μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι», τόνισε χαρακτηριστικά.

Την πεποίθηση ότι το Χρηματιστήριο μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα στην ελληνική οικονομία εξέφρασε ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, πρόεδρος του Τιτάν και πρώην πρόεδρος του ΣΕΒ.
Βρεττού: Πάνω από 8 δισ. ευρώ από την αγορά μέσα στο 2026
Στον ρόλο που μπορούν να αναλάβουν τα ιδιωτικά κεφάλαια μετά το Ταμείο Ανάκαμψης στάθηκε η Ελένη Βρεττού. Όπως επισήμανε, το Ταμείο Ανάκαμψης κινητοποίησε 36 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια σε διάστημα πέντε ετών, ενώ μόνο από τις αρχές του 2026 έχουν ήδη αντληθεί μέσω αυξήσεων κεφαλαίου, νέων εισαγωγών και εταιρικών ομολόγων περισσότερα από 8 δισ. ευρώ.
Το στοιχείο αυτό, κατά την ίδια, δείχνει ότι οι κεφαλαιαγορές μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό επιταχυντή της ελληνικής οικονομίας. Για να συμβεί όμως αυτό, απαιτείται συνεργασία πολιτείας, κεφαλαιαγοράς, τραπεζών και επιχειρήσεων.
Η κ. Βρεττού έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο κόστος συμμόρφωσης, το οποίο δυσκολεύει κυρίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να πλησιάσουν την αγορά, ενώ υπογράμμισε ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από κατακερματισμένη ρευστότητα και διαφορετικούς βαθμούς ωριμότητας.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα έφερε τη ναυτιλία, όπου το Όσλο διαθέτει ήδη ώριμο οικοσύστημα επενδυτών και αναλυτών. Παράλληλα, ζήτησε ταχύτερες κινήσεις, λιγότερη ρύθμιση και απλούστερες διαδικασίες.
Για την επενδυτική κουλτούρα ξεχώρισε την επιτυχία των ελληνικών εταιρικών ομολόγων, τα οποία έφεραν σταδιακά περισσότερους Έλληνες ιδιώτες επενδυτές στην κεφαλαιαγορά.

Η κ. Βρεττού έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο κόστος συμμόρφωσης, το οποίο δυσκολεύει κυρίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να πλησιάσουν την αγορά
Αντωνόπουλος: Δεν υπάρχει δίλημμα «τράπεζες ή Χρηματιστήριο»
Την ανάγκη να αντιμετωπίζονται τράπεζες και κεφαλαιαγορές ως τμήματα ενός ενιαίου οικοσυστήματος υπογράμμισε ο Αντωνόπουλος της Alpha Asset Management ΑΕΔΑΚ. Όπως σημείωσε, δεν υπάρχει πραγματικό δίλημμα «τράπεζες ή Χρηματιστήριο», καθώς οι δύο πλευρές λειτουργούν ήδη συμπληρωματικά.
Οι τράπεζες, εξήγησε, δεν περιορίζονται στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Μέσω του investment banking λειτουργούν ως πύλη προς τις κεφαλαιαγορές και υποστηρίζουν την άντληση μετοχικών και ομολογιακών κεφαλαίων. Ταυτόχρονα, μέσω asset management, wealth management και χρηματιστηριακής μεσιτείας, συμβάλλουν στη μετατροπή των αποταμιεύσεων των πελατών σε επενδύσεις.
Για τις μικρότερες επιχειρήσεις, πάντως, εκτίμησε ότι οι τράπεζες θα εξακολουθήσουν να έχουν κεντρικό χρηματοδοτικό ρόλο, καθώς πολλές δεν διαθέτουν το κρίσιμο μέγεθος για απευθείας πρόσβαση στις αγορές.
Το οικοσύστημα χρειάζεται, ωστόσο, περισσότερα εργαλεία. Ο ίδιος ξεχώρισε το venture capital και το private equity για τη χρηματοδότηση νεοφυών και μικρότερων επιχειρήσεων, καθώς και τα συνταξιοδοτικά σχήματα και τα εργαλεία μακροπρόθεσμης αποταμίευσης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στους νεότερους επενδυτές, οι οποίοι εμφανίζουν διαφορετική συμπεριφορά, αξιοποιώντας την τεχνολογία και τις ψηφιακές πλατφόρμες για ευκολότερη πρόσβαση σε επενδυτικά προϊόντα.


