Αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εκτιμούν ότι μια ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δεν θα τους εμποδίσει απαραίτητα να προχωρήσουν σε περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων, ακόμη και αν αυτή αποτρέψει μια πιο έντονη υπέρβαση του στόχου για τον πληθωρισμό.
Ενώ οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, μεταξύ των οποίων και η πρόεδρος Κριστίν Λαγκάρντ, χαιρετίζουν την προοπτική της επανέναρξης των ροών πετρελαίου μέσω του Στενού του Ορμούζ, επισημαίνουν ότι έχει ήδη προκληθεί σημαντική οικονομική ζημιά.
“Τα υψηλότερα ενεργειακά κόστη πιθανότατα θα παραμείνουν μαζί μας για περισσότερο χρόνο από ό,τι πολλοί είχαν ελπίσει”, δήλωσε το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Πίτερ Καζίμιρ. “Ακόμη και με το πλαίσιο ειρήνης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν που μόλις ανακοινώθηκε, η ζημιά στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να αποκατασταθεί από τη μία μέρα στην άλλη”.
Η κύρια ανησυχία είναι ότι θα χρειαστεί χρόνος για την αποκατάσταση της παραγωγικής ικανότητας, την επισκευή των υποδομών και τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Εν τω μεταξύ, οι προσπάθειες για την αναπλήρωση των αποθεμάτων θα διατηρήσουν τις τιμές του αργού πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα.
Ο κίνδυνος για τη ζώνη του ευρώ είναι ότι οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι θα αντιδράσουν αυξάνοντας τις τιμές πώλησης και απαιτώντας υψηλότερους μισθούς, διατηρώντας τον πληθωρισμό πολύ πάνω από τον στόχο του 2%. Οι περισσότεροι αναλυτές εξακολουθούν να αναμένουν ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα λάβουν περαιτέρω μέτρα, ενώ οι επενδυτές στοιχηματίζουν επίσης σε τουλάχιστον μία επιπλέον αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης, στο 2,5%.
Η πιθανότητα επίτευξης ειρηνευτικής συμφωνίας “μειώνει κάπως την πίεση που ασκείται στην ΕΚΤ”, σύμφωνα με τον Γκρεγκ Φουζέσι, οικονομολόγο της JP Morgan. “Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η πίεση για αύξηση των επιτοκίων έχει μειωθεί σημαντικά”.
Τουλάχιστον άλλη μια άυξηση επιτοκίων εντός του έτους
Εξακολουθεί να αναμένει μία ακόμη αύξηση τον Σεπτέμβριο εκτιμά ότι οι κίνδυνοι “κλίνουν ελαφρώς προς την κατεύθυνση μιας τρίτης αύξησης” πριν από το τέλος του έτους.
Οι δηλώσεις αρκετών αξιωματούχων φαίνεται να ενισχύουν την άποψή του.
Ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της Πορτογαλίας, Άλβαρο Σάντος Περέιρα, υποστήριξε ότι θα χρειαστεί χρόνος για να ομαλοποιηθεί η κατάσταση στον τομέα της ενέργειας. Ο κεντρικός τραπεζίτης της Λετονίας Μάρτινς Κάζακς σημείωσε ότι η ΕΚΤ είναι έτοιμη να δράσει εφόσον οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας αρχίσουν να μεταφέρονται συστηματικά σε άλλους τομείς.
Ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ, πρόσθεσε ότι τα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής που αποσκοπούν στη μείωση των τιμών της ενέργειας ενδέχεται να συνεχίσουν να ενισχύουν τον πληθωρισμό τους επόμενους μήνες.
“Το τέλος της σύγκρουσης δεν σημαίνει απαραίτητα και άμεσο τέλος του σοκ”, δήλωσε την Τρίτη ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ιρλανδίας Γκάμπριελ Μαχλούφ.
“Μένει να δούμε πόσο γρήγορα θα ομαλοποιηθούν οι αλυσίδες εφοδιασμού και θα προσαρμοστούν οι τιμές της ενέργειας”.
Πληθωρισμός
Οι τιμές του πετρελαίου έχουν υποχωρήσει κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι, από περίπου 110 δολάρια στην κορύφωση του πολέμου. Το Bloomberg Economics προβλέπει ότι θα μπορούσαν να υποχωρήσουν περαιτέρω, σε ένα εύρος 70–75 δολαρίων, εάν η συμφωνία οριστικοποιηθεί και εφαρμοστεί.
Το εύρος αυτό παραμένει ωστόσο πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα, και ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, εξέφρασε την ανησυχία του ότι η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν δεν θα εξαφανίσει τις πληθωριστικές πιέσεις.
“Τέσσερις μήνες αυξημένων τιμών στην ενέργεια σημαίνει ότι μπορούμε να δούμε πως δημιουργείται πληθωρισμός που θα έρθει και θα είναι πάνω από το 3%”, δήλωσε. “Θα υπάρχουν επίσης έμμεσες συνέπειες στα τρόφιμα, τα αγαθά, τις υπηρεσίες αυτό το έτος και το επόμενο έτος”, πρόσθεσε.
Ο Λέιν εκτίμησε ότι οι τιμές στο πετρέλαιο δεν είναι πιθανό να μειωθούν πολύ από τα τρέχοντα επίπεδα των 80 και 81 δολαρίων το βαρέλι, περιγράφοντας την καμπύλη εξέλιξης ως “βασικά αρκετά οριζόντια για τα επόμενα δύο χρόνια”.
Ακόμη και στους κόλπους των οικονομολόγων, υπάρχουν ορισμένοι που αμφισβητούν την ανάγκη για πρόσθετες αυξήσεις επιτοκίων ή τουλάχιστον υποστηρίζουν μι αναμονή μέχρι τον Σεπτέμβριο.
Η ίδια η Λαγκάρντ άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα αποσπαστεί η προσοχή της από τις συζητήσεις περί συμφωνίας.
Υπογράμμισε ότι η βασική ανησυχία της ΕΚΤ αφορά την πιθανή μετάδοση των αυξήσεων τιμών σε μισθούς και υπηρεσίες, κάτι που θα μπορούσε να παγιώσει τον πληθωρισμό.
Όπως ανέφερε, η κεντρική τράπεζα είναι έτοιμη να προχωρήσει σε περαιτέρω παρεμβάσεις εάν διαπιστωθεί ότι οι πληθωριστικές πιέσεις αποκτούν ευρύτερη βάση στην οικονομία.
“Ο ρόλος μου είναι να ολοκληρώσω την αποστολή της σταθερότητας των τιμών”, ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η ΕΚΤ θα παραμείνει προσεκτική στις εξελίξεις των επόμενων εβδομάδων.


