Ο πιθανότερος διάδοχος του πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου, Κιρ Στάρμερ, Άντι Μπέρναμ, ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με μια άμεση δοκιμασία μόλις αναλάβει την εξουσία: αν θα επεκτείνει τις γεωτρήσεις πετρελαίου στη Βόρεια Θάλασσα ή αν θα επιμείνει στην ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, εν μέσω της παγκόσμιας ενεργειακής αναταραχής.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έριξε “λάδι στη φωτιά” της συζήτησης, αποδίδοντας την παραίτηση του Στάρμερ νωρίτερα αυτόν τον μήνα στην “αποτυχημένη” ενεργειακή του πολιτική.
Η παρέμβαση του Τραμπ έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος με το Ιράν έχει διαταράξει τις ροές πετρελαίου μέσω των στρατηγικής σημασίας Στενών του Ορμούζ, ενός από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα μεταφοράς πετρελαίου παγκοσμίως.
Η πίεση στην φυσική προσφορά πετρελαίου έχει εντείνει τη συζήτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο γύρω από την ενεργειακή ασφάλεια και την ενεργειακή ανεξαρτησία, μετά το σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Επιχειρηματικοί παράγοντες υποστηρίζουν ότι αυτή είναι η βασική αιτία για την οποία η εγχώρια παραγωγή ενέργειας έχει τόσο μεγάλη σημασία.
Ωστόσο, η πολιτική αντιπαράθεση παραμένει έντονη.
Η υπουργός Οικονομικών του Ηνωμένου Βασιλείου, Ρέιτσελ Ριβς, φέρεται να στηρίζει ιδιωτικά την πραγματοποίηση νέων γεωτρήσεων.
Αντίθετα, ο υπουργός Ενέργειας Εντ Μίλιμπαντ, ο οποίος ενδέχεται να διαδεχθεί τη Ριβς στο υπουργείο Οικονομικών σε μια νέα κυβέρνηση, έχει υποστηρίξει ότι η προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην καθαρή ενέργεια.
Δύο από τα μεγαλύτερα εργατικά συνδικάτα της χώρας, τα Unite the Nation και GMB, πραγματοποιούν εκστρατεία υπέρ των νέων γεωτρήσεων, εκφράζοντας ανησυχίες ότι η απαγόρευσή τους θα οδηγήσει σε απώλεια θέσεων εργασίας στον κλάδο.
Ο Μπέρναμ, ο οποίος αναμένεται να αναλάβει την πρωθυπουργία τον Ιούλιο εφόσον δεν αμφισβητηθεί από συναδέλφους του στο Εργατικό Κόμμα, δέχεται πιέσεις να ξεκαθαρίσει σύντομα τη θέση του, καθώς οι αγορές παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκονται τα κοιτάσματα Rosebank και Jackdaw στα χωρικά ύδατα της Σκωτίας, δύο μεγάλα ενεργειακά έργα που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την εγχώρια παραγωγή του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά ταυτόχρονα να θέσουν σε δοκιμασία τους κλιματικούς στόχους της χώρας.
Το ζήτημα ασκεί ιδιαίτερη πίεση στη Σκωτία, όπου ο πρωθυπουργός της τοπικής κυβέρνησης, Τζον Σουίνι, δήλωσε στο CNBC: “Πρέπει να βρεθεί μια νέα ισορροπία.”
“Θα χρειαστεί να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε πετρέλαιο και φυσικό αέριο για αρκετά ακόμη χρόνια. Εάν υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού ή αν αυτή υπονομεύεται λόγω του υπερβολικού κόστους που προκαλεί η σύγκρουση με το Ιράν, τότε πρόκειται για ουσιαστικούς παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη”, ανέφερε.
Σε μια κίνηση με έντονο συμβολισμό για την ενεργειακή μετάβαση του Ηνωμένου Βασιλείου, το διυλιστήριο πετρελαίου Grangemouth — το μεγαλύτερο άλλοτε στη Σκωτία — έκλεισε τον Απρίλιο του 2025, οδηγώντας στην απώλεια εκατοντάδων θέσεων εργασίας.
Ο Σουίνι σημείωσε ότι το διυλιστήριο “παρήγαγε καύσιμα αεροσκαφών και πλέον εισάγουμε καύσιμα αεροπορίας εξαιτίας του κλεισίματός του”.
“Τώρα αντιμετωπίζουμε αβεβαιότητα και ως προς τον εφοδιασμό σε καύσιμα αεροσκαφών λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, και αυτό θα επηρεάσει την ικανότητα της οικονομίας μας να λειτουργεί”, πρόσθεσε.
