Η σημαντική υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων κατά το α’ εξάμηνο του 2026 δημιουργεί πρόσθετο δημοσιονομικό περιθώριο ασφαλείας για την ελληνική οικονομία, χωρίς ωστόσο να μειώνει την ανάγκη συνέχισης της συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, επισημαίνει η Eurobank, στο εβδομαδιαίο δελτίο “7 Ημέρες Οικονομία”.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού ξεπέρασε τους στόχους τόσο στο συνολικό όσο και στο πρωτογενές αποτέλεσμα. Το δημοσιονομικό έλλειμμα διαμορφώθηκε στα 0,93 δισ. ευρώ έναντι στόχου για έλλειμμα 3,14 δισ. ευρώ, ενώ το πρωτογενές αποτέλεσμα κατέγραψε πλεόνασμα 4,49 δισ. ευρώ, σημαντικά υψηλότερο από τον στόχο των 1,95 δισ. ευρώ.
Η καλύτερη εικόνα αποδίδεται κυρίως στην υπεραπόδοση των εσόδων, αλλά και στη χαμηλότερη εκτέλεση των δαπανών. Ωστόσο, η Eurobank διευκρινίζει ότι μεγάλο μέρος της διαφοράς οφείλεται σε χρονικές μεταθέσεις πληρωμών και όχι σε μόνιμη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών. Εξαιρώντας τους συγκεκριμένους ετεροχρονισμούς και έκτακτα έσοδα, η πραγματική υπέρβαση του πρωτογενούς αποτελέσματος περιορίζεται στα 171 εκατ. ευρώ.
Τα καθαρά έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού ανήλθαν στα 36,01 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας τον στόχο κατά 1,08 δισ. ευρώ ή 3,1%, ενώ τα φορολογικά έσοδα ξεπέρασαν τον στόχο κατά 1,03 δισ. ευρώ. Ακόμη και μετά την αφαίρεση έκτακτων εσόδων από την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού και της άδειας καζίνο στο Ελληνικό, η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων διαμορφώνεται στα 584 εκατ. ευρώ.
Η έκθεση αποδίδει τη θετική αυτή εξέλιξη τόσο στη διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας, της ιδιωτικής κατανάλωσης και του τουρισμού όσο και στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης. Ενδεικτικά, το κενό συμμόρφωσης στον ΦΠΑ έχει περιοριστεί στο 11,4% το 2023 από 24% το 2019, εξέλιξη που συνδέεται με την ευρύτερη χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών, τη διασύνδεση POS και ταμειακών μηχανών και την εφαρμογή του συστήματος myDATA.
Οι συνολικές δαπάνες του Κρατικού Προϋπολογισμού ήταν χαμηλότερες του στόχου κατά 1,13 δισ. ευρώ, κυρίως λόγω μεταφοράς πληρωμών στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, στα εξοπλιστικά προγράμματα και στις μεταβιβάσεις προς φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. Η Eurobank υπογραμμίζει ότι οι αποκλίσεις αυτές δεν συνιστούν μόνιμη εξοικονόμηση πόρων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσομοίωση που πραγματοποίησε η Eurobank για την πορεία των φορολογικών εσόδων έως το τέλος του έτους. Με βάση ιστορικά στοιχεία της περιόδου 2015-2025 και δύο διαφορετικές στατιστικές μεθόδους, η πιθανότητα να διατηρηθεί η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων εκτιμάται μεταξύ 70% και 73%, ενώ αυξάνεται στο 80%-88% όταν εξαιρείται το ακραίο έτος της πανδημίας.
Οι προσομοιώσεις δείχνουν ότι η μέση ετήσια υπεραπόδοση θα μπορούσε να φθάσει περίπου τα 1,3 δισ. ευρώ, ενώ σε περισσότερες από τις μισές περιπτώσεις υπερβαίνει το 1 δισ. ευρώ και σε σχεδόν μία στις δύο ξεπερνά τα 2 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με την Eurobank, εφόσον δεν προκύψουν σημαντικές αποκλίσεις στις δαπάνες ή νέα δημοσιονομικά βάρη – όπως ενδεχόμενα μέτρα στήριξης λόγω της ενεργειακής κρίσης που συνδέεται με τη σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν – η πορεία των φορολογικών εσόδων αυξάνει τις πιθανότητες επίτευξης ή και υπέρβασης των δημοσιονομικών στόχων για το 2026.
Η τράπεζα καταλήγει ότι η έως σήμερα εκτέλεση του Προϋπολογισμού προσφέρει ένα ουσιαστικό δημοσιονομικό “μαξιλάρι” για το β’ εξάμηνο, επιτρέποντας μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις αβεβαιότητες, χωρίς όμως να δικαιολογεί χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.


