Στην επέκταση της διεθνούς παρουσίας της Eurobank, με την ανάπτυξη φυσικής παρουσίας στο Άμπου Ντάμπι στις αρχές του 2027 και την εξέταση περαιτέρω ανάπτυξης στη Σαουδική Αραβία, δίνει έμφαση ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος και επικεφαλής Corporate & Investment Banking της Eurobank, Κώστας Βασιλείου. Η τράπεζα έχει ήδη επιλέξει το στέλεχος που θα αναλάβει την ευθύνη της τοπικής παρουσίας της στο χρηματοοικονομικό κέντρο του Άμπου Ντάμπι, με στόχο την ενίσχυση των σχέσεων με την επιχειρηματική κοινότητα και τον εντοπισμό επενδυτικών ευκαιριών.
Ειδικότερα, όπως αναφέρει σε συνέντευξή του στο “Βήμα της Κυριακής”, η νέα παρουσία της Eurobank θα έχει στοχευμένο χαρακτήρα, χωρίς να περιλαμβάνει το πλήρες φάσμα τραπεζικών δραστηριοτήτων. “Δεν επιδιώκουμε απλώς γεωγραφική επέκταση, αλλά μακροχρόνιες σχέσεις σε αγορές όπου διαμορφώνονται νέες ροές εμπορίου και επενδύσεων”, τονίζει. Παράλληλα, επισημαίνει ότι το Γραφείο Αντιπροσωπείας της τράπεζας στο Μουμπάι συνδέει ήδη την Ινδία με την Ελλάδα, την Κύπρο και την Ευρώπη.
Αναφερόμενος στη σημασία της φυσικής παρουσίας στην περιοχή, σημειώνει: “Η γεωγραφική εγγύτητα προς τους επενδυτές έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι αποφάσεις για μεγάλα έργα, συγχωνεύσεις ή εξαγορές απαιτούν γνώση της τοπικής αγοράς και διαρκή επαφή με τους ανθρώπους που τις λαμβάνουν”.
Οι πέντε άξονες για τη διασύνδεση Κόλπου και Ευρώπης
Αναφερόμενος στον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Eurobank ως γέφυρα μεταξύ των χωρών του Κόλπου και της Ευρώπης, ο κ. Βασιλείου προσδιορίζει πέντε βασικούς άξονες δραστηριοποίησης. Πρόκειται για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών για επενδύσεις στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία και την Κύπρο, τη χρηματοδότηση εξαγορών στις χώρες αυτές αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, τη συμμετοχή στη χρηματοδότηση μεγάλων έργων υποδομής στη Μέση Ανατολή, τη στήριξη ασιατικών επιχειρήσεων που μεταφέρουν την έδρα τους ή αναπτύσσουν δραστηριότητες στις αγορές όπου η Eurobank διαθέτει συστημική παρουσία και την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης περιουσίας σε εύπορους κατοίκους της Μέσης Ανατολής.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στην ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων Ελλάδας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. “Έχουμε περάσει από την πολιτική προσέγγιση σε μια ώριμη οικονομική και επενδυτική συνεργασία”, αναφέρει, επισημαίνοντας ότι τα ΗΑΕ αποτελούν τον μεγαλύτερο ξένο επενδυτή στην Ελλάδα.
Για τις προοπτικές προσέλκυσης κεφαλαίων, υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα προσφέρει πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, στρατηγική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο και επενδυτικές δυνατότητες στην ενέργεια, τις υποδομές και την τεχνολογία.
“Στόχος μας δεν πρέπει να είναι μόνο η προσέλκυση κεφαλαίων, αλλά και η ποιότητα και η βιωσιμότητα των επενδύσεων. Χρειαζόμαστε σταθερές συνεργασίες, με αμοιβαίο όφελος, που θα αντέξουν ακόμη και σε δυσκολότερες διεθνείς συνθήκες”, σημειώνει.
Αναφορικά με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, τονίζει ότι η κλιμάκωση της έντασης απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση, εκτιμώντας ωστόσο ότι οι μακροπρόθεσμες προοπτικές παραμένουν ευοίωνες.
“Σημαντικό μέρος της πλεονάζουσας ρευστότητας βρίσκεται σήμερα στην Ασία. Για να προσελκύσουμε μέρος αυτών των κεφαλαιακών ροών, η φυσική παρουσία στην περιοχή είναι καθοριστική”, επισημαίνει.
Και καταλήγει: “Η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει το ενδιαφέρον για καθαρή ενέργεια, ψηφιακές υποδομές και καινοτομία, αρκεί να προσφέρει συνέχεια και προβλεψιμότητα. Στόχος δεν πρέπει να είναι απλώς οι περισσότερες συμφωνίες, αλλά η δημιουργία μακροπρόθεσμης αξίας”.
-


