Μια νέα διεθνής τράπεζα, με στόχο τη συγκέντρωση κεφαλαίων ύψους περίπου 100 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση της άμυνας, βρίσκεται στο τελικό στάδιο των διαπραγματεύσεων. Η Ελλάδα περιλαμβάνεται μεταξύ των πρώτων χωρών που έχουν εκφράσει στήριξη στο εγχείρημα, μαζί με τον Καναδά, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, τη Λετονία, τη Ρουμανία, την Αλβανία, την Τουρκία και την Ουκρανία.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Reuters, η Defence, Security and Resilience Bank, γνωστή ως DSRB, σχεδιάζεται ως πολυμερής χρηματοπιστωτικός οργανισμός για τη χορήγηση δανείων σε κυβερνήσεις και αμυντικές εταιρείες. Παράλληλα, θα παρέχει εγγυήσεις σε εμπορικές τράπεζες που χρηματοδοτούν μικρότερες επιχειρήσεις του αμυντικού κλάδου.
Η έδρα της σχεδιάζεται να βρίσκεται στον Καναδά, ο οποίος αποτελεί τον μεγαλύτερο ιδρυτικό υποστηρικτή του σχεδίου. Η υπογραφή του καταστατικού της τοποθετείται μέσα στο φθινόπωρο, χωρίς να έχει ακόμη ανακοινωθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.
Το σχέδιο των 100 δισ. ευρώ
Η αρχική χρηματοδοτική δομή προβλέπει περίπου 20 δισ. ευρώ καταβεβλημένου κεφαλαίου και επιπλέον 80 δισ. ευρώ κεφαλαίου που θα είναι διαθέσιμο εφόσον χρειαστεί. Δύο αξιωματούχοι χωρών που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις ανέφεραν στο Reuters ότι μέχρι τον Αύγουστο είχαν εξασφαλιστεί δεσμεύσεις περίπου 5 δισ. ευρώ. Το ποσό απέχει σημαντικά από τον τελικό στόχο, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την προσέλκυση νέων κρατών.
Οι μεγαλύτερες χώρες που εξετάζουν τη συμμετοχή τους έχουν κληθεί, σύμφωνα με δύο πηγές του Reuters, να διαθέσουν περίπου 1 δισ. ευρώ η καθεμία. Ο ιδρυτής της DSRB, Ρομπ Μάρεϊ, ανέφερε στο πρακτορείο ότι το ποσό θα μπορούσε να καταβληθεί σε διάστημα τριών ετών και ότι τα συμμετέχοντα κράτη θα μπορούσαν αργότερα να λαμβάνουν μερίσματα από τη λειτουργία της τράπεζας.
Η φιλοσοφία του εγχειρήματος στηρίζεται στη χρήση κρατικού κεφαλαίου ως βάσης για την άντληση πολλαπλάσιων ποσών από τις διεθνείς αγορές. Η τράπεζα θα εκδίδει ομόλογα και θα κατευθύνει τα κεφάλαια σε εξοπλιστικά προγράμματα, γραμμές παραγωγής, ερευνητικά έργα και ενίσχυση της αμυντικής εφοδιαστικής αλυσίδας.
Η ελληνική συμμετοχή
Η παρουσία της Ελλάδας στον πρώτο κύκλο των χωρών που στηρίζουν την DSRB έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η Αθήνα βρίσκεται σε περίοδο εκτεταμένου εξοπλιστικού σχεδιασμού, ενώ επιδιώκει μεγαλύτερη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στις προμήθειες των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η νέα τράπεζα θα μπορούσε να προσφέρει στην Ελλάδα πρόσβαση σε χρηματοδότηση για μακροχρόνια εξοπλιστικά προγράμματα, με χαμηλότερο κόστος από εκείνο που συχνά συνοδεύει τις απευθείας εθνικές χρηματοδοτήσεις. Η δυνατότητα αυτή θα εξαρτηθεί από την πιστοληπτική αξιολόγηση που θα λάβει ο νέος οργανισμός.
Εξίσου σημαντικό είναι το βιομηχανικό σκέλος. Όπως δήλωσε στο Reuters ο Λίνους Τέρχορστ από το Royal United Services Institute, ακόμη και χώρες που δανείζονται ήδη με ευνοϊκούς όρους έχουν λόγο να συμμετάσχουν, επειδή έτσι οι εγχώριες αμυντικές εταιρείες τους αποκτούν πρόσβαση στη χρηματοδότηση της τράπεζας.
Για την Ελλάδα, αυτό αφορά την ΕΑΒ, τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα, τα ναυπηγεία και το διευρυμένο δίκτυο ιδιωτικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται σε ηλεκτρονικά συστήματα, μη επανδρωμένα μέσα, επικοινωνίες, λογισμικό, πυρομαχικά και ναυτικές εφαρμογές.
Η συμμετοχή στον ιδρυτικό πυρήνα, πάντως, δεν εξασφαλίζει αυτομάτως χρηματοδότηση για ελληνικά προγράμματα. Οι όροι επιλογής των έργων, η εκπροσώπηση των κρατών στη διοίκηση και η σύνδεση των δανείων με συγκεκριμένες προμήθειες δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί.
Ελλάδα και Τουρκία στον ίδιο μηχανισμό
Η παρουσία της Τουρκίας ανάμεσα στις χώρες που υποστηρίζουν την DSRB αποτελεί στοιχείο με άμεσο ελληνικό ενδιαφέρον. Η Άγκυρα διαθέτει αναπτυγμένη αμυντική βιομηχανία, μεγάλη παραγωγική βάση και ισχυρή εξαγωγική δραστηριότητα σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τεθωρακισμένα οχήματα, ναυτικές πλατφόρμες, ηλεκτρονικά συστήματα και πυρομαχικά.
Εάν οι κανόνες της τράπεζας επιτρέψουν τη χρηματοδότηση εταιρειών από όλα τα συμμετέχοντα κράτη με τους ίδιους όρους, η τουρκική βιομηχανία θα βρεθεί σε πλεονεκτική θέση λόγω μεγέθους, παραγωγικής ετοιμότητας και διεθνών συμβάσεων.
Για την Αθήνα, επομένως, η συζήτηση δεν εξαντλείται στην εξασφάλιση φθηνότερων δανείων. Αφορά τους κανόνες χρηματοδότησης, τα κριτήρια επιλεξιμότητας και τις εγγυήσεις ότι ένας κοινός μηχανισμός δεν θα στηρίζει προγράμματα που μεταβάλλουν την ισορροπία ισχύος εις βάρος κράτους που συμμετέχει στην ίδια τράπεζα.
Το Reuters δεν αναφέρει ότι έχει συμφωνηθεί ειδικός μηχανισμός ασφαλείας για τέτοιες περιπτώσεις. Το ζήτημα παραμένει ανοικτό και θα κριθεί μέσα από το καταστατικό και τη δομή διοίκησης του νέου οργανισμού. Η DSRB επιδιώκει την υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση, ΑΑΑ. Μια τέτοια βαθμολογία θα της επέτρεπε να αντλεί κεφάλαια με χαμηλά επιτόκια και να μεταφέρει το πλεονέκτημα αυτό στα κράτη και στις εταιρείες που θα χρηματοδοτεί.
Η επίτευξη του στόχου παραμένει αβέβαιη. Η Γερμανία, η Βρετανία και άλλες μεγάλες οικονομίες της G7 δεν έχουν μέχρι στιγμής αποφασίσει να συμμετάσχουν.
Περίπου δώδεκα τράπεζες, μεταξύ των οποίων η JPMorgan και η Deutsche Bank, έχουν διαθέσει συνολικά περίπου 10 εκατ. δολάρια σε χρηματοδότηση ή υπηρεσίες για την προετοιμασία της DSRB, σύμφωνα με πηγή που επικαλείται το Reuters. Οι δύο τράπεζες αρνήθηκαν να σχολιάσουν την πληροφορία.
Ο ανταγωνισμός με το SAFE
Ένα ακόμη ερώτημα αφορά την επικάλυψη της νέας τράπεζας με υπάρχοντες ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη δημιουργήσει το πρόγραμμα SAFE, ύψους 150 δισ. ευρώ, για τη χρηματοδότηση κοινών αμυντικών προμηθειών. Η Βρετανία επεξεργάζεται παράλληλα έναν Πολυμερή Αμυντικό Μηχανισμό μαζί με την Ολλανδία, τη Φινλανδία και την Πολωνία.
Πέντε πηγές που μίλησαν στο Reuters ανέφεραν ότι η πιθανή επικάλυψη με το SAFE αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους ορισμένες κυβερνήσεις διστάζουν να ενταχθούν στην DSRB. Επιφυλάξεις υπάρχουν επίσης για το απαιτούμενο αρχικό κεφάλαιο, τη διοίκηση της τράπεζας και τη διαδικασία επιλογής των έργων.
Ο Ρομπ Μάρεϊ υποστήριξε, σε γραπτή τοποθέτησή του προς το Reuters, ότι η DSRB θα αποτελέσει μόνιμο θεσμό χρηματοδότησης, σε αντίθεση με το χρονικά περιορισμένο SAFE, και θα λειτουργεί ανεξάρτητα από τη μέθοδο με την οποία πραγματοποιείται μια αμυντική προμήθεια.


