Ισχυρή παρουσία μεταξύ των ευρωπαϊκών τραπεζών καταγράφουν οι ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με την τελευταία ανάλυση της UBS επί των στοιχείων των κεντρικών τραπεζών τον Σεπτέμβριο, αλλά και τις επιδόσεις του κλάδου συνολικά στο γ΄ τρίμηνο.
Η Alpha Bank, η Τράπεζα Πειραιώς και η Eurobank συγκαταλέγονται στις τράπεζες που ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις των αναλυτών για τα καθαρά έσοδα από τόκους (Net Interest Income – NII), ενώ οι ελληνικές τράπεζες ξεχωρίζουν συνολικά και ως προς τη δυναμική της τριμηνιαίας αύξησης των συγκεκριμένων εσόδων. Σημειώνεται ότι η απουσία αναφοράς στην Εθνική Τράπεζα οφείλεται πιθανώς στο ότι δημοσίευσε τα δικά της στοιχεία την τρέχουσα εβδομάδα (Τετάρτη 04/11).
Η UBS επισημαίνει στην έκθεση ότι, παρά τις μικτές ενδείξεις στα στοιχεία του Σεπτεμβρίου, τα καθαρά έσοδα από τόκους των ευρωπαϊκών τραπεζών εμφανίζουν γενικά ανοδική πορεία, με μέση τριμηνιαία αύξηση της τάξης του 2%-3%. Ωστόσο, η βελτίωση αυτή δεν μεταφράζεται στον ίδιο βαθμό σε θετικές αναθεωρήσεις των εκτιμήσεων, καθώς τα συνολικά αποτελέσματα κινούνται σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τις προβλέψεις της αγοράς.
Από τις 30 ευρωπαϊκές τράπεζες που είχαν δημοσιεύσει αποτελέσματα κατά τον χρόνο σύνταξης της έκθεσης της UBS, μόνο οι μισές ξεπέρασαν τις προσδοκίες των αναλυτών ως προς τα καθαρά έσοδα από τόκους. Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο σε σχέση με προηγούμενες περιόδους, καθώς το 2022 περίπου το 85% των τραπεζών είχε υπερβεί τις εκτιμήσεις.
Η ελληνική τριάδα που ξεχωρίζει
Στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, η εικόνα είναι σαφώς πιο ενθαρρυντική σύμφωνα με τον ελβετικό οίκο. Η Alpha Bank κατέγραψε την υψηλότερη υπέρβαση των εκτιμήσεων μεταξύ των τραπεζών που περιλαμβάνονται στο δείγμα της έκθεσης, με τα καθαρά της έσοδα από τόκους να διαμορφώνονται κατά 6% υψηλότερα από τις προβλέψεις των αναλυτών.
Θετική έκπληξη κατά 3% κατέγραψε η Τράπεζα Πειραιώς, ενώ η Eurobank συγκαταλέγεται επίσης στις τράπεζες που ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις, με απόκλιση της τάξης του +2%.
Αυξάνονται τα περιθώρια επιτοκίου
Θετικά για τις ελληνικές τράπεζες συμβάλλει η εικόνα στο μέτωπο των επιτοκιακών περιθωρίων, καθώς η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων των ελληνικών τραπεζών διευρύνθηκε τον Σεπτέμβριο κατά 6 μονάδες βάσης, φθάνοντας τις 442 μ.β.
Πρόκειται μάλιστα για τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, καθώς η Ελλάδα αποτελεί μάλλον εξαίρεση σε ένα περιβάλλον όπου η διεύρυνση των περιθωρίων παραμένει περιορισμένη.
Για το σύνολο της Ευρωζώνης άλλωστε τα περιθώρια αυξήθηκαν κατά μόλις 2 μονάδες βάσης, στις 248 μ.β. Η διεύρυνση αυτή προήλθε από αύξηση κατά 5 μ.β. στις αποδόσεις των δανείων και κατά 3 μ.β. στο κόστος των καταθέσεων. Αντίστοιχα, στο Ηνωμένο Βασίλειο καταγράφηκε αύξηση 4 μ.β., ενώ στη Σουηδία τα περιθώρια παρέμειναν αμετάβλητα.
Ανθεκτική η πιστωτική επέκταση
Την ίδια ώρα, θετική παραμένει η εικόνα ως προς την πιστωτική επέκταση στην Ευρωζώνη καθότι τον Σεπτέμβριο η ετήσια αύξηση των δανείων διαμορφώθηκε στο 3,7%, παραμένοντας σταθερή για δεύτερο διαδοχικό μήνα.
Η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων επιταχύνθηκε στο 4,5% από 4,3% τον Αύγουστο, ενώ τα καταναλωτικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 2,8%, έναντι 2,6% τον προηγούμενο μήνα. Αντίθετα, ο ρυθμός αύξησης των στεγαστικών δανείων υποχώρησε οριακά στο 3,2% από 3,3%.
Σε επίπεδο χωρών, η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις αγορές με τους υψηλότερους ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης, μαζί με την Πορτογαλία και την Ολλανδία, παρά την επιβράδυνση που καταγράφηκε τον Σεπτέμβριο.
Παράλληλα, οι καταθέσεις στην Ευρωζώνη επιτάχυναν τον ρυθμό αύξησής τους στο 3,9% σε ετήσια βάση, από 3,6% τον Αύγουστο. Ωστόσο, η αύξηση των εταιρικών καταθέσεων ήταν σημαντικά υψηλότερη από εκείνη των καταθέσεων των νοικοκυριών, μια εξέλιξη που υποδηλώνει και μεταβολή στη σύνθεση της καταθετικής βάσης.
Οι προκλήσεις
Η UBS εντοπίζει δύο βασικές προκλήσεις που ενδέχεται να περιορίσουν την περαιτέρω ενίσχυση των καθαρών εσόδων από τόκους στις ευρωπαϊκές τράπεζες.
Η πρώτη αφορά τη μετατόπιση της σύνθεσης των καταθέσεων, καθώς οι επιχειρηματικές και οι προθεσμιακές καταθέσεις, που έχουν υψηλότερο κόστος για τις τράπεζες, αυξάνονται ταχύτερα σε σχέση με τις καταθέσεις νοικοκυριών και τις καταθέσεις όψεως. Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει σταδιακά το κόστος χρηματοδότησης, αν και προς το παρόν δεν διαπιστώνονται ενδείξεις έντονου ανταγωνισμού που θα οδηγούσαν σε περαιτέρω πίεση των περιθωρίων.
Η δεύτερη πρόκληση αφορά τον βραδύτερο του αναμενόμενου επανακαθορισμό των επιτοκίων στα χαρτοφυλάκια δανείων. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει την ταχύτητα με την οποία οι τράπεζες μπορούν να ενσωματώσουν τις μεταβολές των επιτοκίων στα έσοδά τους. Η UBS σημειώνει ότι μένει να φανεί αν πρόκειται για ένα προσωρινό φαινόμενο που συνδέεται με χρονικές καθυστερήσεις ή για μια πιο διαρθρωτική μεταβολή στον βαθμό μετακύλισης των επιτοκίων.


