Η κάλυψη των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων υποχώρησε από το 94% στο 81,9%, με την ίδια την τράπεζα να προειδοποιεί για νέα επιδείνωση λόγω των δανείων σε ελβετικό φράγκο. Στο 14,3% υποχωρεί ο pro forma δείκτης CET1 μετά τις ασφαλιστικές συναλλαγές, ενώ μειώνονται τα κέρδη στην Κύπρο, συρρικνώνονται τα δάνεια προς μικρές επιχειρήσεις και περιορίζεται η κάλυψη ρευστότητας.
Με την πρώτη ανάγνωση, τα αποτελέσματα εννεαμήνου 2026 της Eurobank προσφέρουν μια εικόνα ισχυρής τραπεζικής κερδοφορίας. Καθαρά κέρδη 1,161 δισ. ευρώ, αύξηση 12,4%, προσαρμοσμένα κέρδη 1,209 δισ. ευρώ και απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων 16,9% συνθέτουν ένα αποτέλεσμα που δικαιολογεί την ικανοποίηση της διοίκησης.
Ωστόσο, μια προσεκτικότερη εξέταση των οικονομικών καταστάσεων, των συγκριτικών πινάκων και κυρίως των υποσημειώσεων αποκαλύπτει μια λιγότερο καθησυχαστική εικόνα.
Η Eurobank εξακολουθεί να παράγει υψηλά κέρδη, αλλά ορισμένοι κρίσιμοι δείκτες προστασίας του ισολογισμού κινούνται προς τη λάθος κατεύθυνση.
Το σημαντικότερο στοιχείο δεν είναι η αύξηση της κερδοφορίας. Είναι ότι η τράπεζα εμφανίζει ταυτόχρονα σημαντική μείωση της κάλυψης των κόκκινων δανείων, προειδοποιεί για πιθανή αύξησή τους μέσα στο τέταρτο τρίμηνο, διατηρεί ουσιαστικά στάσιμο τον δημοσιευμένο δείκτη CET1 και καταγράφει χαμηλότερη κεφαλαιακή επάρκεια όταν συνυπολογίζονται οι ασφαλιστικές συναλλαγές.
Παράλληλα, τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων εκτός Ελλάδας χάνουν δυναμική, με την κυπριακή αγορά να εμφανίζει μείωση κερδών.
Πρόκειται για ενδείξεις που δεν αναιρούν την ισχυρή σημερινή κερδοφορία, αλλά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε ένα ευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον αυξημένων ενεργειακών, πληθωριστικών και χρηματοοικονομικών κινδύνων.
Η μεγαλύτερη αρνητική έκπληξη: Κατάρρευση της κάλυψης των κόκκινων δανείων
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο των αποτελεσμάτων είναι η υποχώρηση του δείκτη κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) από τις συσσωρευμένες προβλέψεις.
Στο εννεάμηνο του 2025 ο σχετικός δείκτης βρισκόταν στο 94%. Έναν χρόνο αργότερα διαμορφώνεται στο 81,9%.
Πρόκειται για μείωση 12,1 ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε μόλις δώδεκα μήνες.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή ο δείκτης εκφράζει το ύψος των λογιστικών προβλέψεων σε σχέση με τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα.
Όσο χαμηλότερος είναι, τόσο μικρότερο είναι το ποσοστό των προβληματικών ανοιγμάτων που καλύπτεται από τις ήδη σχηματισμένες προβλέψεις. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η τράπεζα αντιμετωπίζει ζημιές ή κεφαλαιακό έλλειμμα, αλλά καθιστά σημαντικότερη την ποιότητα των εξασφαλίσεων και τη δυνατότητα ανάκτησης απαιτήσεων.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα επειδή την ίδια περίοδο ο δείκτης NPE βελτιώθηκε από το 2,8% στο 2,4%.
Με άλλα λόγια, η τράπεζα εμφανίζει μικρότερο ποσοστό προβληματικών δανείων, αλλά αισθητά χαμηλότερη κάλυψή τους.
Η βελτίωση του πρώτου δείκτη δεν πρέπει συνεπώς να επισκιάζει την επιδείνωση του δεύτερου.
Τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο μπορεί να επιδεινώσουν ακόμη περισσότερο την εικόνα
Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο περιλαμβάνεται στις υποσημειώσεις της ανακοίνωσης.
Η Eurobank αναγνωρίζει ότι η δυνητική αναταξινόμηση δανείων στην κατηγορία «Πιθανή Αδυναμία Πληρωμής» (Unlikely-to-Pay), λόγω της νομοθεσίας για τη μετατροπή δανείων σε ελβετικό φράγκο, ενδέχεται να προκαλέσει κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2026 δύο σημαντικές μεταβολές:
- Αύξηση του δείκτη NPE κατά περίπου 40 μονάδες βάσης.
- Μείωση του δείκτη κάλυψης NPE κατά περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες.
Εφόσον επαληθευθούν οι εκτιμήσεις, ο δείκτης προβληματικών ανοιγμάτων θα μπορούσε να αυξηθεί από 2,4% σε περίπου 2,8%.
Δηλαδή, να επιστρέψει ουσιαστικά στο επίπεδο του Σεπτεμβρίου 2025, ακυρώνοντας τη βελτίωση που παρουσιάστηκε σε ετήσια βάση.
Ακόμη σοβαρότερο είναι το ενδεχόμενο ο δείκτης κάλυψης να περιοριστεί από το 81,9% σε περίπου 71,9%.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η συνολική υποχώρηση της κάλυψης σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο 2025 θα προσέγγιζε τις 22,1 ποσοστιαίες μονάδες.
Πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι πρόκειται για πιθανή εποπτική αναταξινόμηση και όχι κατ’ ανάγκη για πραγματικό νέο κύμα αθετήσεων πληρωμών. Επίσης, οι αναφερόμενοι δείκτες αποτελούν εκτιμώμενη επίπτωση και όχι ήδη καταγεγραμμένα αποτελέσματα.
Παρά τη διευκρίνιση αυτή, το ενδεχόμενο έχει βαρύνουσα σημασία για την αξιολόγηση της ποιότητας του ενεργητικού.
Οι αριθμοί που πρέπει να προβληματίσουν
| Κρίσιμος δείκτης | 9μηνο 2025 | 9μηνο 2026 | Εξέλιξη |
|---|---|---|---|
| Κάλυψη NPE | 94,0% | 81,9% | -12,1 μονάδες |
| Δείκτης NPE | 2,8% | 2,4% | Βελτίωση, με κίνδυνο αναστροφής |
| CET1 | 15,5% | 15,5% | Στάσιμος |
| CET1 μετά τις ασφαλιστικές συναλλαγές | — | 14,3% pro forma | -1,2 μονάδες από τον δημοσιευμένο |
| Κάλυψη ρευστότητας LCR | 180,4% | 174,4% | -6 μονάδες |
| Κέρδη Κύπρου | €370 εκατ. | €356 εκατ. | -3,9% |
| Κέρδη δραστηριοτήτων εξωτερικού | €557 εκατ. | €555 εκατ. | Στασιμότητα |
| Δάνεια μικρών επιχειρήσεων | €3.526 εκατ. | €3.457 εκατ. | -2,0% |
| Καθαρό επιτοκιακό περιθώριο | 2,49% | 2,49% | Στάσιμο |
Στοιχεία Eurobank. Τα μεγέθη κεφαλαιακής επάρκειας pro forma δεν αποτελούν δημοσιευμένους δείκτες της 30ής Σεπτεμβρίου 2026.
Eurolife: Η εξαγορά ενισχύει τα έσοδα, αλλά περιορίζει την κεφαλαιακή ευχέρεια
Η εξαγορά της δραστηριότητας ζωής της Eurolife FFH παρουσιάζεται από τη διοίκηση ως κίνηση στρατηγικής σημασίας, καθώς ενισχύει τη διαφοροποίηση των εσόδων και την παρουσία του ομίλου στις ασφαλιστικές υπηρεσίες.
Ωστόσο, η συναλλαγή συνοδεύεται από αξιοσημείωτη κεφαλαιακή επίπτωση.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 ο δείκτης CET1 της Eurobank διαμορφώνεται στο 15,5%, ακριβώς όσο και έναν χρόνο νωρίτερα.
Όμως, σύμφωνα με τη σχετική υποσημείωση, σε pro forma βάση, λαμβάνοντας υπόψη την εξαγορά της Eurolife και τη μερική πώληση της ERB Asfalistiki Ltd, ο δείκτης περιορίζεται στο 14,3%.
Παράλληλα, ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας διαμορφώνεται από 20,4% σε 19,2% σε αντίστοιχη pro forma βάση.
Η διαφορά των 120 μονάδων βάσης δεν είναι αμελητέα.
Δεν υποδηλώνει ότι παραβιάζονται εποπτικές απαιτήσεις ούτε συνιστά πραγματική ζημιά ισόποσου ύψους. Δείχνει, όμως, ότι η επέκταση στον ασφαλιστικό τομέα απορροφά μέρος της διαθέσιμης κεφαλαιακής ευχέρειας.
Αυτό αποκτά πρόσθετη βαρύτητα όταν συνδυάζεται με τη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση και την πρόθεση για διανομή κερδών στους μετόχους.
Η διοίκηση καλείται πλέον να εξισορροπήσει τρεις απαιτήσεις: ανάπτυξη εργασιών, διανομές κερδών και διατήρηση επαρκών κεφαλαιακών αποθεμάτων.
Κέρδη άνω του δισεκατομμυρίου, αλλά ο CET1 δεν ενισχύθηκε
Ένα δεύτερο ερώτημα αφορά την παραγωγή εποπτικών κεφαλαίων.
Η Eurobank κατέγραψε καθαρά κέρδη 1,161 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο, αυξημένα κατά 12,4%, ενώ τα ενσώματα ίδια κεφάλαια ανά μετοχή ενισχύθηκαν κατά 7,7%.
Παρά τη σημαντική αυτή κερδοφορία, ο δημοσιευμένος δείκτης CET1 παρέμεινε στο 15,5%.
Η στασιμότητα του δείκτη δεν σημαίνει ότι τα κέρδη δεν ενίσχυσαν τα κεφάλαια. Η πιστωτική ανάπτυξη, οι μεταβολές στα σταθμισμένα για τον κίνδυνο στοιχεία ενεργητικού, οι διανομές και άλλοι εποπτικοί παράγοντες επηρεάζουν τη διαμόρφωσή του.
Αποτελεί όμως ένδειξη ότι η ισχυρή κερδοφορία δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη βελτίωση του κεφαλαιακού δείκτη.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν συνεκτιμηθεί η χαμηλότερη pro forma κεφαλαιακή επάρκεια μετά τις ασφαλιστικές συναλλαγές.
Η Κύπρος χάνει δυναμική – Σχεδόν μηδενική αύξηση κερδών στο εξωτερικό
Μια ακόμη αδυναμία εντοπίζεται στις διεθνείς δραστηριότητες, οι οποίες έχουν εξελιχθεί σε βασικό πυλώνα του επιχειρηματικού μοντέλου της Eurobank.
Τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη των δραστηριοτήτων εκτός Ελλάδας διαμορφώθηκαν σε 555 εκατ. ευρώ έναντι 557 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2025.
Η μεταβολή είναι οριακά αρνητική, παρά τη συνολική ενίσχυση της κερδοφορίας του ομίλου.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα στην Κύπρο.
Τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη μειώθηκαν από 370 εκατ. ευρώ σε 356 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας πτώση 3,9%.
Η θετική επίδοση της Βουλγαρίας, όπου τα κέρδη αυξήθηκαν κατά 9,2% σε 182 εκατ. ευρώ, δεν ήταν αρκετή ώστε να διαμορφωθεί ουσιαστική συνολική αύξηση στην κερδοφορία των δραστηριοτήτων εξωτερικού.
Ενδεικτικό της μεταβολής είναι και το ποσοστό συνεισφοράς των διεθνών δραστηριοτήτων στα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη του ομίλου.
Το ποσοστό αυτό υποχώρησε από 52,7% στο εννεάμηνο 2025 σε 45,9% το 2026.
Πρόκειται για πτώση 6,8 ποσοστιαίων μονάδων.
Δεν σημαίνει ότι η διεθνής παρουσία της Eurobank έχει πάψει να αποτελεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Σημαίνει όμως ότι ένας από τους βασικούς κινητήρες κερδοφορίας δεν επιταχύνει πλέον με τον ρυθμό που είχε δημιουργήσει υψηλές προσδοκίες.
Μικρές επιχειρήσεις: Η τραπεζική επέκταση δεν αφορά όλους
Η Eurobank ανακοίνωσε οργανική αύξηση χορηγήσεων κατά 3,8 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο, ενώ τα συνολικά υπόλοιπα χορηγήσεων ανήλθαν σε 59,1 δισ. ευρώ.
Η αύξηση αυτή παρουσιάζει ασφαλώς θετικά χαρακτηριστικά.
Όμως η κατανομή της τραπεζικής χρηματοδότησης αποκαλύπτει μια ουσιαστική διαφοροποίηση ανάμεσα στις επιχειρηματικές κατηγορίες.
Τα δάνεια προς μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις αυξήθηκαν από 29,123 δισ. ευρώ σε 33,580 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά περίπου 15,3%.
Αντιθέτως, τα δάνεια προς μικρές επιχειρήσεις μειώθηκαν από 3,526 δισ. ευρώ σε 3,457 δισ. ευρώ.
Η υποχώρηση είναι περίπου 69 εκατ. ευρώ ή 2%.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που έχει σημασία όχι τόσο για την άμεση κερδοφορία της τράπεζας, όσο για την κατανομή της πιστωτικής επέκτασης στην πραγματική οικονομία.
Την ώρα που τα χαρτοφυλάκια των μεγάλων επιχειρήσεων αυξάνονται με διψήφιο ρυθμό, οι χορηγήσεις προς τις μικρές επιχειρήσεις εμφανίζουν συρρίκνωση.
Τα στοιχεία δεν επαρκούν για να αποδειχθεί ότι η μείωση οφείλεται αποκλειστικά σε περιοριστική πιστωτική πολιτική, καθώς επηρεάζονται επίσης από τη ζήτηση, τις αποπληρωμές και τις μεταβολές στα χαρτοφυλάκια.
Αναδεικνύουν πάντως μια σαφή ανισορροπία που αξίζει να εξηγηθεί.
Στάσιμο επιτοκιακό περιθώριο παρά την αύξηση του δανειακού χαρτοφυλακίου
Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 8,7%, φθάνοντας τα 2,068 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο παρέμεινε στο 2,49%, ακριβώς στο επίπεδο του εννεαμήνου 2025.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η αύξηση των συνολικών επιτοκιακών εσόδων δεν συνοδεύθηκε από βελτίωση του συγκεκριμένου δείκτη απόδοσης.
Μάλιστα, η τράπεζα αναφέρει ότι στο τρίτο τρίμηνο τα καθαρά έσοδα από τόκους ενισχύθηκαν κατά 5% σε τριμηνιαία βάση, επωφελούμενα, μεταξύ άλλων, από υψηλότερα επιτόκια της ΕΚΤ.
Η σημαντική αύξηση των δανειακών υπολοίπων υποστηρίζει την κερδοφορία. Ωστόσο, η διατήρηση του περιθωρίου στο ίδιο επίπεδο υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη των όγκων εργασιών δεν συνεπάγεται αναγκαστικά ενίσχυση της κερδοφορίας ανά μονάδα ενεργητικού.
Παράλληλα, η αύξηση των εσόδων από προμήθειες επιβραδύνθηκε από 23,7% στο εννεάμηνο 2025 σε 13% το εννεάμηνο 2026, με την επιφύλαξη των διαφορών στη σύνθεση των δραστηριοτήτων και στη συγκριτική βάση.
Οι προμήθειες εξακολουθούν να αναπτύσσονται, αλλά με χαμηλότερο ετήσιο ρυθμό.
Αυξάνονται οι λειτουργικές δαπάνες και οι επιβαρύνσεις
Οι λειτουργικές δαπάνες στον συγκριτικό πίνακα των βασικών οικονομικών μεγεθών αυξήθηκαν κατά 6,9%, από 930 εκατ. ευρώ σε 995 εκατ. ευρώ.
Η άνοδος των εσόδων ήταν μεγαλύτερη, με αποτέλεσμα ο δείκτης κόστους προς έσοδα να βελτιωθεί από 37,1% σε 35,8%.
Επομένως, δεν προκύπτει συνολική επιδείνωση της λειτουργικής αποτελεσματικότητας.
Ωστόσο, η αναλυτική κατάσταση αποτελεσμάτων αποκαλύπτει πρόσθετες επιβαρύνσεις που δεν πρέπει να αγνοηθούν.
Τα έξοδα αναδιάρθρωσης αυξήθηκαν από 48 εκατ. ευρώ σε 56 εκατ. ευρώ, ενώ οι λοιπές απομειώσεις, προβλέψεις για κινδύνους και συναφή έξοδα αυξήθηκαν από 7 εκατ. ευρώ σε 25 εκατ. ευρώ.
Η δεύτερη κατηγορία εμφανίζει υπερτριπλασιασμό.
Παράλληλα, ο φόρος εισοδήματος αυξήθηκε από 264 εκατ. ευρώ σε 320 εκατ. ευρώ, ενώ η ειδική φορολογική εισφορά πιστωτικών ιδρυμάτων ανήλθε σε 27 εκατ. ευρώ.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και η διαφορά μεταξύ προσαρμοσμένης και δημοσιευμένης κερδοφορίας.
Τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 1,209 δισ. ευρώ, ενώ τα δημοσιευμένα καθαρά κέρδη σε 1,161 δισ. ευρώ.
Η διαφορά ανέρχεται σε 48 εκατ. ευρώ, έναντι 25 εκατ. ευρώ κατά το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2025.
Οι προσαρμογές αποτελεσμάτων δεν συνιστούν κατ’ ανάγκη ένδειξη υποβάθμισης της κερδοφορίας. Υπενθυμίζουν, όμως, ότι η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται και με βάση τα δημοσιευμένα μεγέθη, όχι αποκλειστικά με τους δείκτες που εξαιρούν ειδικές επιβαρύνσεις.
Μειωμένη κάλυψη ρευστότητας και μεγαλύτερες υποχρεώσεις από εκδόσεις τίτλων
Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) διαμορφώθηκε στο 174,4% στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 έναντι 180,4% έναν χρόνο νωρίτερα.
Η μείωση κατά έξι ποσοστιαίες μονάδες δεν αποτελεί ένδειξη άμεσου προβλήματος ρευστότητας. Ο δείκτης παραμένει σημαντικά υψηλότερα από το ελάχιστο εποπτικό όριο του 100%.
Πρόκειται όμως για περιορισμό ενός αποθέματος ασφαλείας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές ομολόγων και η ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίζουν αυξημένη μεταβλητότητα.
Τα ταμειακά διαθέσιμα και οι απαιτήσεις από κεντρικές τράπεζες υποχώρησαν από 15,628 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025 σε 14,854 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο 2026.
Ταυτόχρονα, οι υποχρεώσεις από πιστωτικούς τίτλους αυξήθηκαν από 7,352 δισ. ευρώ σε 8,954 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά περίπου 1,6 δισ. ευρώ.
Η αύξηση του συγκεκριμένου κονδυλίου μπορεί να αντανακλά χρηματοδοτική διαφοροποίηση και δεν αποτελεί από μόνη της αρνητική εξέλιξη. Δημιουργεί, ωστόσο, μεγαλύτερη ανάγκη παρακολούθησης του κόστους χρηματοδότησης και των μελλοντικών αναχρηματοδοτήσεων.
Αντίστοιχα, το χαρτοφυλάκιο επενδυτικών τίτλων ενισχύθηκε από 24,884 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025 σε 28,640 δισ. ευρώ.
Η διεύρυνση κατά περίπου 3,8 δισ. ευρώ καθιστά σημαντική την παρακολούθηση των επιτοκιακών κινδύνων και της αποτίμησης των επενδύσεων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υφίστανται ήδη σχετικές ζημιές.
Το κρίσιμο ερώτημα για το τέταρτο τρίμηνο
Τα αποτελέσματα της Eurobank δεν συνιστούν εικόνα προβληματικής τράπεζας.
Αντιθέτως, καταγράφουν έναν ιδιαίτερα κερδοφόρο όμιλο με ισχυρή καταθετική βάση, υψηλή απόδοση κεφαλαίων, αυξημένες χορηγήσεις και σημαντική διεθνή παρουσία.
Αυτό, όμως, δεν αναιρεί την ανάγκη αυστηρότερης αξιολόγησης των αρνητικών ενδείξεων.
Η υποχώρηση της κάλυψης των NPE κατά 12,1 ποσοστιαίες μονάδες είναι ήδη πραγματική. Η πιθανότητα νέας υποχώρησης κατά περίπου 10 μονάδες στο τέταρτο τρίμηνο έχει αναγνωριστεί από την ίδια την τράπεζα.
Η πτώση του pro forma CET1 στο 14,3% δείχνει το κεφαλαιακό αποτύπωμα της ασφαλιστικής επέκτασης.
Η Κύπρος εμφανίζει μειωμένα κέρδη, ενώ οι συνολικές διεθνείς δραστηριότητες ουσιαστικά στασιμότητα.
Η πιστωτική επέκταση κατευθύνεται με σαφώς μεγαλύτερη ένταση προς τις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις, την ώρα που το χαρτοφυλάκιο μικρών επιχειρήσεων υποχωρεί.
Και ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας, μολονότι παραμένει ισχυρός, κινείται χαμηλότερα.
Η πραγματική δοκιμασία δεν βρίσκεται επομένως στο κατά πόσον η Eurobank μπορεί να εμφανίσει και το 2026 υψηλά κέρδη. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι μπορεί.
Το ερώτημα είναι πόσο ισχυρά θα παραμείνουν τα κεφαλαιακά αποθέματα και οι προβλέψεις της, εάν η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου επιδεινωθεί σε ένα δυσμενέστερο οικονομικό περιβάλλον.
Ειδικά το τέταρτο τρίμηνο αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς θα φανεί εάν οι προειδοποιήσεις για τις αναταξινομήσεις δανείων σε ελβετικό φράγκο θα μετατραπούν σε ουσιαστική μεταβολή των δεικτών ποιότητας ενεργητικού.
Η Eurobank παραμένει σήμερα ισχυρά κερδοφόρα. Ωστόσο, η κερδοφορία και η ανθεκτικότητα δεν είναι ταυτόσημες έννοιες.
Και στους αριθμούς του εννεαμήνου 2026 υπάρχουν αρκετά στοιχεία που υπενθυμίζουν ότι η ανθεκτικότητα ενός τραπεζικού ισολογισμού δεν κρίνεται μόνο από το ύψος των κερδών, αλλά και από την ποιότητα των κεφαλαίων, των δανείων και των προβλέψεων που τον στηρίζουν.


