Η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας για τον εκτοκισμό των ρυθμίσεων του νόμου Κατσέλη καλύφθηκε ως καταναλωτικό ζήτημα. Στις οικονομικές καταστάσεις του α’ εξαμήνου 2026, ωστόσο, εμφανίζεται με τέσσερις διαφορετικές αποτιμήσεις — και με μια γνωστοποίηση που δείχνει ότι η επίπτωση δεν σταματά στους ισολογισμούς των τραπεζών, αλλά επιστρέφει σε αυτούς μέσω των τιτλοποιήσεων «Ηρακλής».
Στις 4 Ιουνίου 2026 η Πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την υπ’ αριθ. 6/2026 απόφαση, έθεσε τέλος σε μια δεκαετή διαμάχη: στις δικαστικές ρυθμίσεις διάσωσης της κύριας κατοικίας του Ν. 3869/2010, ο τόκος του άρθρου 9 παρ. 2 υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης που όρισε το δικαστήριο και όχι επί του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου της ρυθμισμένης οφειλής.
Στις 25 Ιουνίου η κρίση κωδικοποιήθηκε νομοθετικά με το άρθρο 126 του Ν. 5313/2026. Η διάταξη περιέχει το στοιχείο που μετατρέπει μια νομολογιακή εξέλιξη σε λογιστικό γεγονός: τα ποσά που έχουν ήδη εισπραχθεί βάσει της διαφορετικής μεθοδολογίας υπολογισμού θεωρούνται αποπληρωμές του εκκρεμούς υπολοίπου του δανείου. Πρόκειται, δηλαδή, για αναδρομική επανεκκαθάριση χαρτοφυλακίων που εξυπηρετούνται επί σειρά ετών.
Ο δημόσιος διάλογος εστίασε — εύλογα — στη διάσταση της προστασίας των δανειοληπτών, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για δεκάδες χιλιάδες ρυθμίσεις. Η τραπεζική διάσταση παρέμεινε ακάλυπτη. Και είναι εκεί που η ιστορία αποκτά ενδιαφέρον.
Ένα γεγονός, τέσσερις αποτιμήσεις
Οι τέσσερις συστημικοί όμιλοι δημοσίευσαν αποτελέσματα εξαμήνου εντός των τεσσάρων εβδομάδων που ακολούθησαν. Η αντιμετώπιση του ίδιου νομικού γεγονότος διαφέρει ουσιωδώς — και σε ποσό, και σε λογιστικό χειρισμό, και σε επικοινωνιακή προβολή:
| Αναγνωρισμένο ποσό | Γραμμή καταχώρισης | Χειρισμός στους ΕΔΜΑ | |
|---|---|---|---|
| Εθνική Τράπεζα | €25 εκατ. | Λοιπές απομειώσεις | Εξαιρείται ρητά ως έκτακτο στοιχείο |
| Τράπεζα Πειραιώς | δεν γνωστοποιείται | Οργανικές προβλέψεις δανείων | Περιλαμβάνεται στο οργανικό κόστος κινδύνου |
| Eurobank | €2,5 εκατ. | «Λοιπά έσοδα» | Περιλαμβάνεται· ζημία τροποποίησης δανείων |
| Alpha Bank | δεν αναφέρεται | – | – |
Η Εθνική Τράπεζα το γνωστοποιεί στον ορισμό των Εναλλακτικών Δεικτών Μέτρησης Απόδοσης: από το κονδύλι «Loan & other Impairments» εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, «λοιπές απομειώσεις €25 εκατ. που σχετίζονται με τόκους αναγνωρισμένους σε προηγούμενα έτη οι οποίοι θα επιστραφούν στους δανειολήπτες και στους servicers, δυνάμει του ελληνικού νόμου 3869/2010».
Η Τράπεζα Πειραιώς δεν ποσοτικοποιεί, αλλά η κίνηση είναι ορατή: οι προβλέψεις δανείων του β’ τριμήνου, εξαιρουμένων προμηθειών διαχείρισης και δαπανών συνθετικών τιτλοποιήσεων, υπερδιπλασιάστηκαν από €21 εκατ. σε €50 εκατ., «απορροφώντας την επίπτωση από τα δάνεια του νόμου Κατσέλη και την τροποποίηση στα βάρη των μακροοικονομικών παραμέτρων» στα μοντέλα ECL. Το οργανικό κόστος κινδύνου εκτινάχθηκε από 32 σε 59 μονάδες βάσης και ο ετήσιος στόχος αναθεωρήθηκε ανοδικά στο 0,60%.
Η Eurobank αναγνώρισε ζημία €2,5 εκατ., διακριτά ανεπτυγμένη στη Σημείωση 17 των ενδιάμεσων καταστάσεων.
Η Alpha Bank δεν αναφέρεται στο ζήτημα. Οι οργανικές ζημίες απομείωσης του β’ τριμήνου υποχώρησαν σε €28,9 εκατ. από €31,9 εκατ., ενώ οι λοιπές προσαρμογές κάλυψης πιστωτικού κινδύνου (post-model adjustments) παρέμειναν σταθερές στις 19 μονάδες βάσης — ίδιο επίπεδο με το α’ τρίμηνο, δηλαδή χωρίς διακριτή πρόσθετη επιβάρυνση.
Η απόκλιση Εθνικής–Eurobank είναι δεκαπλάσια σε απόλυτο μέγεθος — και περίπου δεκατετραπλάσια αν σταθμιστεί ανά μονάδα δανειακού χαρτοφυλακίου, δεδομένου ότι τα μικτά δάνεια της Eurobank (€58,1 δισ.) υπερβαίνουν κατά περίπου 37% εκείνα της Εθνικής (€42,3 δισ.).
Το ζήτημα της συγκρισιμότητας
Η επιλογή της Εθνικής να χαρακτηρίσει το ποσό έκτακτο και να το εξαιρέσει από τους δείκτες που παρουσιάζει στους αναλυτές δεν είναι ουδέτερη.
Το δημοσιευμένο κονδύλι απομειώσεων του α’ εξαμήνου ανήλθε σε €86 εκατ. Με ενσωμάτωση των €25 εκατ., θα διαμορφωνόταν σε περίπου €111 εκατ. — υψηλότερο κατά 29%. Εφόσον το ποσό υπολογιζόταν στην ίδια βάση με τον δείκτη κόστους κινδύνου, ο τελευταίος θα προσέγγιζε τις 49 μονάδες βάσης αντί για 38. Η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων, στο 15,5% προ εκτάκτων, θα υποχωρούσε κατά περίπου 40 μονάδες βάσης.
Οι υπολογισμοί αυτοί αποτελούν εκτιμήσεις του συντάκτη και τελούν υπό την επιφύλαξη ότι ο ορισμός του κόστους κινδύνου της Τράπεζας ενδέχεται να μην περιλαμβάνει τις «λοιπές απομειώσεις» στον αριθμητή.
Το ουσιώδες, ωστόσο, δεν είναι το μέγεθος της διαφοράς. Είναι ότι η ίδια νομοθετική εξέλιξη κατατάσσεται από τη μία τράπεζα ως έκτακτο γεγονός και από την άλλη ως οργανικό κόστος κινδύνου. Η αντιπαραβολή των δεικτών CoR του β’ τριμήνου μεταξύ Εθνικής (38 μ.β.) και Πειραιώς (59 μ.β.) — αντιπαραβολή που έγινε ευρέως στα σχόλια της αγοράς — δεν είναι, υπό αυτή την έννοια, έγκυρη.
Το εύρημα: η επίπτωση διαπερνά την αποαναγνώριση
Η αναλυτική γνωστοποίηση της Eurobank περιέχει το στοιχείο που δεν έχει επισημανθεί πουθενά. Η ζημία των €2,5 εκατ. αναλύεται σε δύο σκέλη:
«Το εκτιμώμενο ποσό αφορά αφενός στη ζημία που προέκυψε από την αλλαγή της μεθοδολογίας υπολογισμού των τόκων για υφιστάμενες δανειακές απαιτήσεις λογιστικής αξίας προ προβλέψεων περίπου €9 εκατ., η οποία αντιμετωπίζεται ως ζημία τροποποίησης δανείων, και αφετέρου στα εκτιμώμενα ποσά από πιθανή αποζημίωση προς εταιρείες ειδικού σκοπού τιτλοποιήσεων (securitization vehicles) για ρυθμισμένα δάνεια που έχουν μεταβιβαστεί στο πλαίσιο τιτλοποιήσεων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.»
Η διατύπωση της Εθνικής — τόκοι «που θα επιστραφούν στους δανειολήπτες και στους servicers» — περιγράφει τον ίδιο μηχανισμό.
Η σημασία είναι δομική. Τα δάνεια του Ν. 3869/2010 μεταβιβάστηκαν μαζικά στις τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων της περιόδου 2019-2022, στο πλαίσιο του Σχήματος Προστασίας Στοιχείων Ενεργητικού («Ηρακλής»). Από πλευράς λογιστικής, ο κίνδυνος θεωρήθηκε μεταφερμένος: τα ανοίγματα αποαναγνωρίστηκαν και εξήλθαν από τους ισολογισμούς.
Η απόφαση 6/2026 μειώνει αναδρομικά την αξία αυτού που πουλήθηκε. Οι ρήτρες δηλώσεων και εγγυήσεων των συμβάσεων μεταβίβασης — τυπικό στοιχείο κάθε συναλλαγής χαρτοφυλακίου — δημιουργούν αξίωση των οχημάτων ειδικού σκοπού έναντι των μεταβιβασάντων πιστωτικών ιδρυμάτων για τη διαφορά.
Το αποτέλεσμα είναι ένας πιστωτικός κίνδυνος που είχε εξέλθει από τους ισολογισμούς και επιστρέφει ως συμβατική υποχρέωση αποζημίωσης — σε δάνεια που δεν εμφανίζονται σε καμία σημερινή μέτρηση μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, σε κανέναν δείκτη κάλυψης, σε καμία ανάλυση Σταδίων.
Η δημοσιονομική διακλάδωση
Το επόμενο βήμα του συλλογισμού αφορά το Δημόσιο. Τα ομόλογα υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας των τιτλοποιήσεων του Ηρακλή φέρουν εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Ο επανυπολογισμός των τόκων μειώνει τις αναμενόμενες ταμειακές ροές των υποκείμενων χαρτοφυλακίων. Χαμηλότερες εισπράξεις σημαίνουν μικρότερη κάλυψη των ομολόγων, άρα αυξημένη — έστω και οριακά — πιθανότητα ενεργοποίησης της εγγύησης. Η αποζημίωση των οχημάτων από τις τράπεζες λειτουργεί, από αυτή τη σκοπιά, ως αντιστάθμισμα που μετακυλίει το βάρος πίσω στον τραπεζικό κλάδο και μακριά από τον προϋπολογισμό.
Το μέγεθος και των δύο ροών παραμένει, όμως, άγνωστο. Δεν υπάρχει δημόσια γνωστοποίηση ούτε από τις τράπεζες, ούτε από τους διαχειριστές, ούτε από το Υπουργείο Οικονομικών.
Το κενό γνωστοποίησης
Καμία από τις τέσσερις τράπεζες δεν δημοσιεύει τα τρία μεγέθη που θα επέτρεπαν αποτίμηση:
Πρώτον, το υπόλοιπο των δανείων Ν. 3869/2010 που παραμένουν στον ισολογισμό. Η Eurobank είναι η μόνη που δίνει αριθμό — μικτή λογιστική αξία περίπου €9 εκατ. Το ποσό είναι ασήμαντο για ισολογισμό €113 δισ. και προδήλως ασυμβίβαστο με τη δημόσια συζήτηση περί δεκάδων χιλιάδων ρυθμίσεων. Η εξήγηση είναι προφανής: το συντριπτικό μέρος αυτών των δανείων δεν βρίσκεται πλέον στις τράπεζες.
Δεύτερον, το υπόλοιπο των μεταβιβασμένων. Ούτε συνολικά, ούτε ανά τιτλοποίηση.
Τρίτον, το εύρος της υποχρέωσης αποζημίωσης. Η Eurobank αναγνωρίζει «εκτιμώμενα ποσά» χωρίς να δηλώνει το ανώτατο όριο έκθεσης· η Εθνική δεν διακρίνει πόσο από τα €25 εκατ. αφορά δικά της δάνεια και πόσο επιστροφές προς servicers.
Η απόσταση ανάμεσα στα €9 εκατ. της Eurobank και στα €25 εκατ. της Εθνικής είναι, από μόνη της, η είδηση. Είτε η μία τράπεζα υποεκτιμά, είτε η άλλη υπερκαλύπτεται, είτε — το πιθανότερο — οι δύο έχουν ουσιωδώς διαφορετική έκθεση στο συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο, γεγονός που καμία δεν εξηγεί.
Το προηγούμενο
Η ίδια διάσταση παρατηρήθηκε πριν από επτά μήνες, με άλλη νομοθετική παρέμβαση.
Ο Ν. 5264/2025 για τη μετατροπή των δανείων σε ελβετικό φράγκο ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο 2025. Η Τράπεζα Πειραιώς αναγνώρισε στο δ’ τρίμηνο 2025 €57 εκατ. post-model adjustments «για τη διευθέτηση του πιθανού αντίκτυπου» του νόμου. Η Eurobank λογιστικοποίησε τη μετατροπή ως αποαναγνώριση, «χωρίς επίπτωση στα αποτελέσματα του Ομίλου», με τη σχετική μείωση προβλέψεων €117 εκατ. να διέρχεται εκτός της κατάστασης αποτελεσμάτων.
Το μοτίβο επαναλαμβάνεται: απέναντι στο ίδιο νομοθετικό γεγονός, η Πειραιώς προεπιβαρύνει και η Eurobank διαχειρίζεται μηχανικά. Το εύρος διακριτικής ευχέρειας που παρέχει το IFRS 9 σε αυτές τις περιπτώσεις είναι, προφανώς, σημαντικό — και η χρήση του συστηματικά διαφορετική ανά ίδρυμα.
Τα αντεπιχειρήματα
Πρώτον, τα μεγέθη είναι, προς το παρόν, μικρά. Τα €25 εκατ. της Εθνικής αντιστοιχούν σε λιγότερο από 4% των κερδών εξαμήνου· τα €2,5 εκατ. της Eurobank σε 0,3%. Καμία εκ των τεσσάρων τραπεζών δεν αντιμετωπίζει ζήτημα ουσιώδους επίπτωσης στην κερδοφορία ή στην κεφαλαιακή επάρκεια.
Δεύτερον, ο χαρακτηρισμός του ως έκτακτου από την Εθνική είναι υπερασπίσιμος. Πρόκειται για αναγνώριση τόκων προηγούμενων ετών λόγω νομολογιακής μεταβολής — ένα γεγονός που, εξ ορισμού, δεν επαναλαμβάνεται.
Τρίτον, η αναγνώριση της υποχρέωσης προς τα οχήματα τιτλοποίησης είναι πράξη διαφάνειας. Η Eurobank δεν όφειλε να την ποσοτικοποιήσει σε αυτό το στάδιο· η ρητή αναφορά της στις σημειώσεις υπερβαίνει το ελάχιστο απαιτούμενο.
Τέταρτον, η σιωπή της Alpha Bank δεν συνεπάγεται παράλειψη. Ενδέχεται η έκθεσή της στο συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο να είναι όντως αμελητέα, ή το ποσό να έχει απορροφηθεί εντός των υφιστάμενων post-model adjustments χωρίς να χρήζει διακριτής αναφοράς λόγω μη ουσιωδότητας.
Τι θα κριθεί στο γ’ τρίμηνο
Οι υπουργικές αποφάσεις εφαρμογής του άρθρου 126 εκδίδονται ήδη — η Πειραιώς αναφέρεται σε αυτές στον πληθυντικό. Το γ’ τρίμηνο 2026 θα είναι, επομένως, το πρώτο με πλήρη εφαρμογή του νέου πλαισίου και οι εκτιμήσεις του Ιουνίου θα δοκιμαστούν.
Τρία σημεία αξίζουν παρακολούθηση. Αν τα €2,5 εκατ. της Eurobank αναθεωρηθούν ουσιωδώς ανοδικά, θα επιβεβαιωθεί ότι η αρχική αναγνώριση ήταν προσωρινή και ότι η υποχρέωση προς τα οχήματα τιτλοποίησης δεν είχε ακόμη ποσοτικοποιηθεί. Αν η Alpha Bank εμφανίσει διακριτή επιβάρυνση, θα τεθεί ερώτημα για τον χρόνο αναγνώρισης. Και αν η Εθνική επαναλάβει τον χαρακτηρισμό «έκτακτο» σε δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο, ο χαρακτηρισμός θα χάσει την πειστικότητά του.
Το ευρύτερο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοικτό και υπερβαίνει τα τρίμηνα: πόσος πιστωτικός κίνδυνος που θεωρείται μεταφερμένος παραμένει, μέσω ρητρών δηλώσεων και εγγυήσεων, συμβατικά συνδεδεμένος με τους ισολογισμούς που τον πούλησαν; Η απόφαση 6/2026 είναι η πρώτη περίπτωση που το ερώτημα αποκτά αριθμητική υπόσταση. Δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι θα είναι η τελευταία.
Μεθοδολογική σημείωση: Τα στοιχεία της Eurobank προέρχονται από τις Ενδιάμεσες Οικονομικές Καταστάσεις της 30.6.2026 (Σημ. 17), οι οποίες εγκρίθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο την 4.8.2026 και έχουν υποβληθεί σε επισκόπηση από ανεξάρτητο ορκωτό ελεγκτή. Τα στοιχεία Εθνικής, Alpha Bank και Πειραιώς προέρχονται από παρουσιάσεις αποτελεσμάτων και δελτία τύπου — μη ελεγμένη και μη επισκοπημένη πληροφόρηση — και συγκεκριμένα από τους ορισμούς των Εναλλακτικών Δεικτών Μέτρησης Απόδοσης, όπου η σχετική γνωστοποίηση της Εθνικής εντοπίζεται. Ο υπολογισμός της επίπτωσης στον δείκτη κόστους κινδύνου και στην απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων της Εθνικής αποτελεί εκτίμηση του συντάκτη επί των δημοσιευμένων μεγεθών. Οι δείκτες κόστους κινδύνου των τεσσάρων ομίλων δεν είναι πλήρως συγκρίσιμοι, λόγω διαφορετικών ορισμών ως προς τη συμπερίληψη προμηθειών διαχείρισης, δαπανών συνθετικών τιτλοποιήσεων και έκτακτων στοιχείων.

