Τα επιτόκια αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα που επηρεάζει τα αποτελέσματα των τραπεζών σε όλη την Ευρώπη και, ασφαλώς, των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων.
Η επικείμενη συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τον τραπεζικό κλάδο, καθώς θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα κινηθούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026. Αν και το βασικό σενάριο των αγορών συγκλίνει στη διατήρηση των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα, η συζήτηση έχει μετατοπιστεί πλέον από το εάν θα υπάρξει άμεση αλλαγή πολιτικής στο πόσο γρήγορα θα αρχίσει να υποχωρεί η επίδραση των υψηλών επιτοκίων στην τραπεζική κερδοφορία.
Τόσο η Bank of America όσο και οι περισσότεροι διεθνείς αναλυτές εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα επιλέξει στάση αναμονής, διατηρώντας ανοικτό το ενδεχόμενο μιας ακόμη αύξησης κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο, εφόσον οι εξελίξεις στις τιμές της ενέργειας αναζωπυρώσουν τον πληθωρισμό. Αντίστοιχη εικόνα μεταφέρουν και τα δημοσιεύματα του Reuters, των Financial Times και της Wall Street Journal, τα οποία συγκλίνουν στην άποψη ότι η Κριστίν Λαγκάρντ θα συνεχίσει να υπογραμμίζει πως οι αποφάσεις θα λαμβάνονται «ανά συνεδρίαση», χωρίς εκ των προτέρων δεσμεύσεις.
Οι υψηλοί τόκοι συνεχίζουν να ενισχύουν την κερδοφορία
Για τις ελληνικές τράπεζες, όμως, το σημαντικότερο στοιχείο δεν είναι μόνο το επίπεδο των επιτοκίων, αλλά η διάρκεια διατήρησής τους στα παρόντα υψηλά επίπεδα. Τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου, σε σύγκριση με εκείνα των τραπεζών που εποπτεύονται από τον SSM, απέδειξαν ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εξακολουθούν να επωφελούνται περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μεγάλο τραπεζικό σύστημα της Ευρωζώνης από το σημερινό περιβάλλον επιτοκίων.
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν ότι το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο των ελληνικών τραπεζών διαμορφώνεται στο 2,72%, έναντι μόλις 1,54% για τον μέσο όρο των τραπεζών που εποπτεύονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM). Η διαφορά αυτή δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο. Αντανακλά τη δομή της ελληνικής αγοράς, όπου το μεγαλύτερο μέρος των δανείων είναι κυμαινόμενου επιτοκίου, ενώ το κόστος των καταθέσεων αυξάνεται με σαφώς βραδύτερο ρυθμό. Με άλλα λόγια, κάθε μήνας διατήρησης των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα συνεχίζει να στηρίζει τα καθαρά έσοδα από τόκους των ελληνικών τραπεζών.
Χαμηλό λειτουργικό κόστος και άφθονη ρευστότητα
Αυτό εξηγεί γιατί, παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν υψηλότερη αποδοτικότητα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα διαμορφώνεται μόλις στο 37,35%, έναντι 54,62% του μέσου όρου των ευρωπαϊκών τραπεζών, επίδοση που αποτελεί αποτέλεσμα της πολυετούς αναδιάρθρωσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Οι εκτεταμένες εθελούσιες έξοδοι προσωπικού, η μείωση του δικτύου καταστημάτων και η επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού έχουν δημιουργήσει ένα σαφώς πιο ευέλικτο λειτουργικό μοντέλο.
Εξίσου σημαντική είναι η εικόνα στη ρευστότητα. Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν δείκτη κάλυψης ρευστότητας (LCR) σχεδόν 189%, έναντι περίπου 154% του μέσου όρου των ευρωπαϊκών τραπεζών, ενώ ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) παραμένει επίσης αισθητά υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παράλληλα, ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις περιορίζεται στο 64,9%, όταν στις τράπεζες υπό την εποπτεία του SSM υπερβαίνει το 100%.
Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν άφθονη ρευστότητα και σημαντικά περιθώρια για νέα πιστωτική επέκταση, καθώς οι καταθέσεις εξακολουθούν να υπερκαλύπτουν τις χορηγήσεις. Συγχρόνως, καταγράφει και την επιτακτική ανάγκη να αυξηθεί ο λόγος δανείων προς καταθέσεις, επιθυμία που έχει εκφράσει και η κυβέρνηση διά στόματος του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκου Περακάκη.
Οι προοπτικές του δεύτερου τριμήνου και τα «αγκάθια»
Η παραπάνω εικόνα δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις και για το δεύτερο τρίμηνο του έτους. Τα έσοδα από τόκους αναμένεται να διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, καθώς οι μειώσεις επιτοκίων της ΕΚΤ δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί πλήρως στους ισολογισμούς των τραπεζών. Παράλληλα, η αυξημένη ζήτηση επιχειρηματικών δανείων που συνδέονται με έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις αναμένεται να στηρίξει την πιστωτική επέκταση, ενισχύοντας τόσο τα έσοδα από τόκους όσο και τις προμήθειες.
Βεβαίως, η εικόνα δεν είναι απολύτως ομοιόμορφη. Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν υψηλότερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (2,64% έναντι 1,88%), αν και η διαφορά έχει περιοριστεί θεαματικά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Πρόκειται κυρίως για το αποτύπωμα της δεκαετούς οικονομικής κρίσης και όχι για ένδειξη νέας επιδείνωσης της ποιότητας των χαρτοφυλακίων.
Σχετικά πιο συγκρατημένη είναι και η εικόνα στους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, καθώς ο δείκτης CET1 των ελληνικών τραπεζών παραμένει οριακά χαμηλότερος από τον μέσο όρο των τραπεζών που εποπτεύονται από τον SSM. Ωστόσο, η ισχυρή οργανική κερδοφορία των τελευταίων δύο ετών επιτρέπει τη σταδιακή ενίσχυση των κεφαλαίων χωρίς να απαιτούνται έκτακτες κινήσεις, γεγονός που διαφοροποιεί ουσιαστικά τη σημερινή εικόνα από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι τα κεφάλαια των ελληνικών τραπεζών εξακολουθούν να περιλαμβάνουν σημαντικό ποσοστό αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC).
Το μεγάλο στοίχημα: περισσότερα δάνεια, διατηρήσιμη κερδοφορία
Υπό τις παραπάνω συνθήκες, οι προοπτικές για τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου παραμένουν θετικές. Η διατήρηση των επιτοκίων της ΕΚΤ σε σχετικά υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αναμένεται να συνεχίσει να στηρίζει τα καθαρά έσοδα από τόκους, ενώ η πιστωτική επέκταση και η αύξηση των προμηθειών μπορούν σταδιακά να αντισταθμίσουν τη μελλοντική αποκλιμάκωση των επιτοκιακών περιθωρίων.
Ταυτόχρονα, το χαμηλό κόστος κινδύνου, η ισχυρή ρευστότητα και η συνεχιζόμενη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε οι ελληνικές τράπεζες να διατηρήσουν για ακόμη ένα τρίμηνο επιδόσεις ανώτερες από τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών συστημικών τραπεζών .
Η πραγματική πρόκληση για την επόμενη ημέρα, ωστόσο, δεν θα είναι η επίτευξη υψηλής κερδοφορίας, αλλά η διατήρηση και κυρίως η επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης, η οποία θα αποτελέσει τη βάση για βιώσιμη ανάπτυξη των εσόδων όταν τα επιτόκια επιστρέψουν σε χαμηλότερα επίπεδα. Μέχρι στιγμής, πάντως, όλα τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν αποκτήσει πολύ ισχυρότερες βάσεις από ό,τι στο παρελθόν και είναι πλέον καλύτερα προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουν τη μετάβαση σε ένα νέο περιβάλλον νομισματικής πολιτικής.
Μέχρι στιγμής, πάντως, όλα τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν πλέον αποκτήσει πολύ ισχυρότερες βάσεις από ό,τι στο παρελθόν και βρίσκονται σε θέση να αντιμετωπίσουν τη μετάβαση σε ένα νέο περιβάλλον νομισματικής πολιτικής με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και σαφώς καλύτερες προοπτικές από αυτές που είχαν πριν από λίγα χρόνια.



