Την overweight στάση της για τις ελληνικές τράπεζες επιβεβαιώνει η Morgan Stanley ενόψει των αποτελεσμάτων β’ τριμήνου. Κατά την άποψή της, τα αποτελέσματα θα συνεχίσουν να δείχνουν ανθεκτικότητα στους όγκους δανείων και στα καθαρά έσοδα από τόκους και αύξηση των προμηθειών, σύμφωνα με την επενδυτική υπόθεση της αμερικάνικης τράπεζας η οποία θεωρεί ελκυστικό τον κλάδο λόγω του ισχυρού μακροοικονομικού σκηνικού και των φθηνών ακόμη αποτιμήσεων. Προτιμά ωστόσο τις Eurobank και Τράπεζα Πειραιώς καθώς βλέπει μεγαλύτερο περιθώριο να εκπλήξουν τις εκτιμήσεις της αγοράς στο β’ τρίμηνο, ενώ αναμένει αναβαθμίσεις των προβλέψεων.
Πιο αναλυτικά, η Morgan Stanley επισημαίνει πως η ισχυρή παραγωγή δανείων των ελληνικών τράπεζων συνεχίζεται. Η μέση παραγωγή νέων δανείων τον Απρίλιο-Μάιο αυξήθηκε κατά περίπου 40% σε τριμηνιαία βάση (+16% σε ετήσια βάση), ωθούμενη από τα εταιρικά δάνεια (+περίπου 50% σε τριμηνιαία βάση, +8% σε ετήσια βάση) και από τα καταναλωτικά (+24% σε τριμηνιαία βάση, +περίπου 60% σε ετήσια βάση). Τα προσαρμοσμένα δάνεια στο χαρτοφυλάκιο των τραπεζών αυξήθηκαν κατά 7,4% σε ετήσια βάση τον Μάιο (έναντι +7,7% τον Μάρτιο), ωθούμενα από τα εταιρικά (+9,8% σε ετήσια βάση) και τα καταναλωτικά (+2,7% σε ετήσια βάση).
Παράλληλα και οι καταθέσεις παραμένουν ισχυρές. Οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 2,3% τον Μάιο σε σύγκριση με τον Μάρτιο και 7,9% σε ετήσια βάση, κάτι που ενδέχεται να επηρεαστεί από την ολοκλήρωση της αύξησης κεφαλαίου άνω των 4 δισ. ευρώ στην ΔΕΗ. Οι προθεσμιακές καταθέσεις αυξήθηκαν στο 23% του συνόλου, από 22% το α’ τρίμηνο του 2026. Τα μέσα επιτόκια καταθέσεων backbook αυξήθηκαν στις 32 μονάδες βάσης από 30 μονάδες βάσης, λόγω των υψηλότερων επιτοκίων καταθέσεων όψεως σε επιχειρήσεις.
Η Morgan Stanley αναμένει πως οι προμήθειες από δάνεια θα είναι ισχυρές στο β’ τρίμηνο αντανακλώντας τη νέα παραγωγή, ενώ προβλέπει ότι οι προμήθειες επενδυτικής τραπεζικής θα είναι ιδιαίτερα υψηλές, δεδομένης της δραστηριότητας στην Ελλάδα στο δεύτερο τρίμηνο, ιδίως για την Alpha και την Eurobank.
Όσον αφορά τον αντίκτυπο των εξελίξεων με τα δάνεια του νόμου Κατσέλη, η Morgan Stanley αναφέρει την έκθεση της Moody’s η οποία ανέλυσε το συνολικό κόστος των 700 εκατ. ευρώ για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες που εκτιμάται από την κυβέρνηση: 500 εκατ. ευρώ σε διαφυγόντες μελλοντικούς τόκους στο αναδιαρθρωμένο χαρτοφυλάκιο στεγαστικών δανείων 16,5 δισ. ευρώ για 20 χρόνια, συν 200 εκατ. ευρώ σε αναδρομικές επιστροφές τόκων. Οι τράπεζες έχουν δηλώσει ότι ο αντίκτυπος θα είναι αμελητέος, όπως επισημαίνει.
Ο οίκος αναφέρεται επίσης στις χθεσινές αναφορές στον ελληνικό Τύπο ότι το υπουργείο οικονομικών εξετάζει μια πρόταση για μείωση του συντελεστή εταιρικού φόρου κατά 2 μονάδες βάσης σε 20% από 22%, η οποία ενδεχομένως θα συμπεριληφθεί στον προϋπολογισμό. “Θα το βλέπαμε αυτό ως θετικό εάν συμπεριληφθεί, καθώς θα αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας και την εταιρική ταμειακή ροή, αν και δεν θα αναμέναμε να επεκταθεί στις τράπεζες, λόγω των επακόλουθων ζημιών από τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις”, σχολιάζει η Morgan Stanley. Ωστόσο, όπως προσθέτει, σε ένα σενάριο εφαρμογής αυτού στις τράπεζες, η ανάλυσή υποδηλώνει ότι μια τέτοια πρόταση θα οδηγούσε σε αρνητικό αντίκτυπο CET1 κατά 30-50 μονάδες βάσης και αύξηση των κερδών ανά μετοχή (EPS) κατά 1,4% – 2,9% για το 2027.
Τι αναμένει στα αποτελέσματα β’ τριμήνου
Στη συνέχεια, η Morgan Stanley δίνει τις προβλέψεις της για τα μεγέθη β’ τρίμηνου που θα ανακοινώσουν οι τράπεζες στο τέλος του μήνα. Σημειώνεται πως τηρεί overweight στάση σε Πειραιώς, Eurobank και Alpha Bank και equal-eight σε Εθνική και CrediaBank.
Όσον αφορά τις τιμές – στόχους, τις διατηρεί αμετάβλητες: Στα 4,9 ευρώ για τις Eurobank και Alpha Bank, στα 11,3 ευρώ για την Πειραιώς, στα 17,2 ευρώ για την Εθνική και στο 1,16 ευρώ για την CrediaBank.
Για την Πειραιώς προβλέπει καθαρά κέρδη 324 εκατ. ευρώ στο β’ τρίμηνο, 7% υψηλότερα από τις εκτιμήσεις, με τα βασικά προ προβλέψεων κέρδη να είναι 2% καλύτερα από τις προσδοκίες, λόγω των καθαρών εσόδων από τόκους και των εσόδων από υπηρεσίες. Βλέπει τον δείκτη CET1 στο 12,8%, 6 μονάδες βάσης χαμηλότερα από τις προσδοκίες. Κατά την άποψή της, η Πειραιώς έχει περιθώριο να αναβαθμίσει τις προβλέψεις για τα ΝΙΙ του 2026 κατά 5% και το guidance για τις προμήθειες του 2028 κατά 14%. Η M.S αναβαθμίζει την εκτίμησή της για τα κέρδη ανά μετοχή της Πειραιώς κατά 1% λόγω των ΝΙΙ.
Για την Eurobank περιμένει καθαρά κέρδη 414 εκατ. ευρώ, 7,8% υψηλότερα από τις εκτιμήσεις. Τα βασικά κέρδη αναμένεται να αυξηθούν κατά 2%, χάρη στα καθαρά έσοδα από τόκους και τις προμήθειες. Παράλληλα, συμφωνεί με τις εκτιμήσεις για τον δείκτη CET1 στο 15,4% (σταθερός από τρίμηνο σε τρίμηνο), ενώ αναμένει ότι η διοίκηση θα αναβαθμίσει τις εκτιμήσεις για τα ΝΙΙ για το 2026 κατά 6%, 1% πάνω από τις εκτιμήσεις της αγοράς, και βλέπει τα έσοδα από προμήθειες για το 2026 3% πάνω από τις εκτιμήσεις. Επίσης, αναβαθμίζει τα EPS για την περίοδο 2026-28 κατά 2-3%, κυρίως χάρη στα έσοδα από προμήθειες.
Για την Alpha Bank, η Morgan Stanley αναμένει καθαρά κέρδη 244 εκατ. ευρώ, 1,7% πάνω από τις προβλέψεις, ενώ εκτιμά ότι τα έσοδα από προμήθειες θα κινηθούν 26% πάνω από τις προβλέψεις, χάρη στο μέρισμα της Prodea (περίπου 40 εκατ. ευρώ). Τα υποκείμενα έσοδα θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τις προβλέψεις κατά 2%, χάρη στις εξαιρετικές προμήθειες στον τομέα της επενδυτικής τραπεζικής, την ισχυρή πρόβλεψη για μερίσματα και τις προμήθειες δανείων. Προβλέπει τα NII για το 2026 σύμφωνα με τις προβλέψεις (3% πάνω από το guidance), ενώ αναμένει τον δείκτη CET1 στο 14,7% στο β’ τρίμηνο, σύμφωνα με τις προβλέψεις.
Για την Εθνική αναμένει καθαρά κέρδη 315 εκατ. ευρώ, περίπου 6% πάνω από τις εκτιμήσεις, ενώ τα βασικά προ προβλέψεων κέρδη θα ανέλθουν σε 1,5% πάνω από τις εκτιμήσεις, χάρη στα καθαρά έσοδα από τόκους και τα τέλη. Η M.S αναμένει ότι η ΕΤΕ θα αναβαθμίσει τις εκτιμήσεις για τα ΝΙΙ σε +5% σε ετήσια βάση, ενώ ο CET1 θα διαμορφωθεί στο 17,4%, αμετάβλητος σε τριμηνιαία βάση.
Για την CrediaBank αναμένει καθαρά κέρδη 9 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 12% σε τριμηνιαία βάση, χάρη στα καθαρά έσοδα από τόκους (+12% σε τριμηνιαία βάση), τα έσοδα από προμήθειες (+10% σε τριμηνιαία βάση), τον δείκτη κόστους προς έσοδα 55% και το κόστος κινδύνου 50 μονάδων βάσης. Αναμένουμε ότι η Credia θα επιδείξει ισχυρότερη ανάπτυξη δανείων και αύξηση του κόστους καταθέσεων σε σύγκριση με τους ανταγωνιστές της, λαμβάνοντας υπόψη τη στρατηγική και το επιχειρηματικό της μοντέλο. Εκτιμά τον δείκτη CET1 στο 16%, μειωμένο κατά 60 μονάδες βάσης σε τριμηνιαία βάση, λόγω της αύξησης των RWA.


