Του Στέφανου Νικολαΐδη
Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης ενισχύει πολιτικά και συμβολικά τη θέση της Άγκυρας στη χώρα, χωρίς να αίρει τις σοβαρές νομικές αμφισβητήσεις που συνοδεύουν τη συμφωνία του 2019. Αυτή είναι η βασική εκτίμηση των καθηγητών Κωνσταντίνου Φίλη και Αλέξανδρου Δεσποτόπουλου, οι οποίοι μιλώντας στο - επισημαίνουν ότι η κίνηση δημιουργεί νέα δεδομένα για την Αθήνα, αλλά δεν καθιστά αυτομάτως νόμιμες τις τουρκικές διεκδικήσεις.

Ο Κωνσταντίνος Φίλης βλέπει στην επικύρωση την επιβεβαίωση της αυξανόμενης τουρκικής επιρροής στα πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά πράγματα της Λιβύης, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα έχει πλέον εδραιώσει τη θέση της και στις δύο πλευρές της χώρας. Από την πλευρά του, ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος τονίζει ότι η επικύρωση δεν προσδίδει από μόνη της διεθνή νομική ισχύ στο μνημόνιο, αλλά ενισχύει την τουρκική επιχειρηματολογία σε πολιτικό και επικοινωνιακό επίπεδο.
Για την ελληνική πλευρά, το κρίσιμο ζητούμενο είναι πώς θα απαντήσει στην εξέλιξη χωρίς να εγκαταλείψει τους διαύλους επικοινωνίας με τη Λιβύη. Ο κ. Φίλης προειδοποιεί ότι η Αθήνα δεν πρέπει να αντιδράσει σπασμωδικά, ενώ ο κ. Δεσποτόπουλος υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει να συνομιλεί τόσο με την Τρίπολη όσο και με τη Βεγγάζη.
Οι δύο αναλυτές συνδέουν, παράλληλα, τις εξελίξεις με ευρύτερα ζητήματα της ελληνικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο, από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου έως την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια νοτίως της Κρήτης. Το ερώτημα πλέον είναι κατά πόσο η επικύρωση θα παραμείνει κυρίως ένα πολιτικό μήνυμα της Άγκυρας ή θα επηρεάσει ουσιαστικά τους περιφερειακούς συσχετισμούς και τις επιλογές της Αθήνας.
Φίλης: Η Τουρκία εδραιώνει την κυριαρχία της στη Λιβύη
Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία, εκτιμά ο Κωνσταντίνος Φίλης, διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), ο οποίος αποδίδει την εξέλιξη στη συστηματική προσπάθεια της Άγκυρας να εδραιώσει την παρουσία της σε ολόκληρο το λιβυκό πολιτικό και στρατιωτικό πεδίο.
Όπως επισημαίνει, η Τουρκία έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια σημαντικά κεφάλαια στη Λιβύη, ενώ έχει προσφέρει ουσιαστική στρατιωτική βοήθεια στον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ και στους γιους του, οι οποίοι, υπό τις παρούσες συνθήκες, αναμένεται να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο μετά την αποχώρηση του πατέρα τους από το προσκήνιο. Παράλληλα, η Άγκυρα παρενέβη για να διαμορφωθεί μια λειτουργική φόρμουλα συνύπαρξης μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών.
«Επομένως, η Άγκυρα είχε πάψει να αποτελεί απειλή για τη Βεγγάζη, καταφέρνοντας να ισορροπήσει και με την Τρίπολη, με την οποία οι σχέσεις είναι εδραιωμένες ήδη από το 2019», σημειώνει ο κ. Φίλης.

Ο Κωνσταντίνος Φίλης χαρακτηρίζει τη συμφωνία παράνομη, προσθέτοντας όμως ότι η έγκρισή της από τη Βουλή των Αντιπροσώπων έχει τόσο συμβολική όσο και ουσιαστική σημασία. Στέκεται, μάλιστα, στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο κοινοβούλιο δεν έχει ανανεωθεί από τον Ιούνιο του 2014, όταν πραγματοποιήθηκαν οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές στη Λιβύη.
Όπως αναφέρει, το μνημόνιο είχε ήδη τύποις κυρωθεί από το Προεδρικό Συμβούλιο, με επίκληση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στη χώρα, γεγονός που του είχε προσφέρει την αναγκαία εσωτερική νομιμοποίηση. Με τη νέα απόφαση, η Τουρκία καταφέρνει, κατά την εκτίμησή του, να ενισχύσει περαιτέρω τη θέση της συμφωνίας στο εσωτερικό της Λιβύης.
«Η Τουρκία καταφέρνει να “δέσει” αυτή την παράλογη, από γεωγραφικής και νομικής άποψης, συμφωνία μέσα από την επικύρωσή της από το κοινοβούλιο», τονίζει.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι η νέα εξέλιξη καθιστά ακόμη δυσκολότερη μια ενδεχόμενη μελλοντική αναθεώρηση της συμφωνίας από μια διαφορετική λιβυκή κυβέρνηση. Ακόμη και στο σενάριο κατά το οποίο μια κυβέρνηση με ευρύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση θα εξέταζε την ακύρωση του μνημονίου και τη σύναψη μιας νέας συμφωνίας με την Ελλάδα, θα έπρεπε να κινηθεί απέναντι σε ένα κείμενο που έχει πλέον ενισχυθεί θεσμικά στο εσωτερικό της Λιβύης.

Ο κ. Φίλης θεωρεί, μάλιστα, εξαιρετικά απομακρυσμένο το ενδεχόμενο ανάκλησης του μνημονίου στην παρούσα συγκυρία. Όπως εξηγεί, η Λιβύη αποκομίζει, κατά την εκτίμησή του, τουλάχιστον 20% επιπλέον θαλάσσια ζώνη εξαιτίας της συμφωνίας, η οποία βασίζεται σε διεκδικήσεις που, σύμφωνα με την ελληνική θέση, σφετερίζονται ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρεί αμφίβολο αν θα προκύψει λιβυκή ηγεσία που θα επιλέξει να ανατρέψει μια ρύθμιση η οποία, ανεξάρτητα από τη νομική της αξιολόγηση, έχει πλέον διαμορφώσει συγκεκριμένα συμφέροντα στο εσωτερικό της χώρας.
«Τέλος στις ψευδαισθήσεις για τον ανταγωνισμό με την Τουρκία»
Για τον Κωνσταντίνο Φίλη, η απόφαση της Βουλής της Βεγγάζης αποτελεί επιβεβαίωση της ευρείας επιρροής που έχει αποκτήσει η Τουρκία στη Λιβύη, σε πολιτικό, στρατιωτικό και επενδυτικό επίπεδο.
«Η σχετική απόφαση επιβεβαιώνει την κυριαρχία της Τουρκίας στα λιβυκά δρώμενα», σημειώνει, εκτιμώντας ότι η εξέλιξη βάζει τέλος στις ψευδαισθήσεις πως η Αθήνα θα μπορούσε να ανταγωνιστεί την Άγκυρα επί ίσοις όροις στο λιβυκό πεδίο.
Η διαπίστωση αυτή, κατά τον ίδιο, καθιστά αναγκαία μια προσεκτική επανεκτίμηση των ελληνικών χειρισμών, τόσο σε σχέση με την ανατολική Λιβύη όσο και ως προς τις προοπτικές συνεννόησης με την κυβέρνηση της Τρίπολης.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει ο κ. Φίλης και στη στάση που θα τηρήσει η Αίγυπτος μετά την επικύρωση του μνημονίου.
Όπως εξηγεί, το Κάιρο θεωρεί επίσης παράνομη τη συμφωνία, διατηρεί όμως στενούς δεσμούς με την πλευρά Χαφτάρ. Η προσέγγιση της Τουρκίας με τον στρατάρχη είχε, άλλωστε, αποτελέσει ένα από τα σημεία που έφεραν τις δύο χώρες πιο κοντά.
«Έχει ενδιαφέρον και σημασία για τις σχέσεις μας με την Αίγυπτο να δούμε αν θα υπάρξει κάποια αντίδραση από πλευράς Καΐρου», επισημαίνει, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα για το πώς θα επηρεαστούν οι ισορροπίες στην περιοχή και οι σχέσεις των εμπλεκόμενων πλευρών.
Η Αθήνα δεν πρέπει να αντιδράσει σπασμωδικά
Σε ό,τι αφορά την ελληνική αντίδραση, ο Κωνσταντίνος Φίλης υπογραμμίζει ότι η Αθήνα δεν θα πρέπει να κινηθεί σπασμωδικά, οφείλει, ωστόσο, να καταστήσει σαφές προς τη λιβυκή και την τουρκική πλευρά ότι η συγκεκριμένη κίνηση θα έχει συνέπειες.
Παράλληλα, εκτιμά ότι η εξέλιξη ενδέχεται να μην επηρεάσει άμεσα τις διαβουλεύσεις με τη δυτική Λιβύη, δηλαδή την κυβέρνηση της Τρίπολης, για την οριοθέτηση ΑΟΖ. Διευκρινίζει, πάντως, ότι αντιμετώπιζε εξαρχής με απαισιοδοξία την προοπτική επιτυχίας αυτής της διαδικασίας.

Ο κ. Φίλης συνδέει την επικύρωση του μνημονίου και με τις ευρύτερες ελληνοτουρκικές διαφορές στην Ανατολική Μεσόγειο. Κατά την εκτίμησή του, η κίνηση της Βεγγάζης εντάσσεται στην προσπάθεια της Άγκυρας να αυξήσει το κόστος για την Αθήνα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα επιδιώκει να προχωρήσει το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, Great Sea Interconnector (GSI), αλλά και τη δημιουργία θαλάσσιου πάρκου στο νότιο Αιγαίο.
«Προς τούτο η ελληνική πλευρά οφείλει να δώσει τη δέουσα απάντηση», σημειώνει.
Ως προς τα περιθώρια ελληνικών κινήσεων, ο Κωνσταντίνος Φίλης προκρίνει την αξιοποίηση της δυνατότητας επέκτασης των χωρικών υδάτων της Ελλάδας νοτίως και δυτικά της Κρήτης. Όπως υποστηρίζει, η Αθήνα έχει πλέον μια μοναδική ευκαιρία να προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχει, κατά την εκτίμησή του, ούτε το ελάχιστο πεδίο συνεννόησης με τη λιβυκή πλευρά.

Δεσποτόπουλος: Η επικύρωση ενισχύει την τουρκική προπαγάνδα, όχι το δίκαιο
Τη διάκριση ανάμεσα στην πολιτική σημασία της επικύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης και στη νομική του ισχύ υπογραμμίζει ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, εκτιμώντας ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν νομιμοποιεί τη συμφωνία ούτε μεταβάλλει τη θέση της από πλευράς Διεθνούς Δικαίου.
«Τα πράγματα είναι πολύ συγκεκριμένα: Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης δεν παράγει έννομα διεθνή αποτελέσματα και δεν νομιμοποιεί τη συμφωνία», σημειώνει, χαρακτηρίζοντας το μνημόνιο παράνομο και ανυπόστατο.

Όπως εξηγεί, η νομική επιχειρηματολογία κατά της συμφωνίας στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο Δίκαιο της Θάλασσας και στην αρχή ότι μια συμφωνία μεταξύ δύο κρατών δεν μπορεί να στερεί δικαιώματα από τρίτα κράτη χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Ειδικότερα, επικαλείται το άρθρο 121 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, υποστηρίζοντας ότι τα νησιά διαθέτουν, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.
Παράλληλα, αναφέρεται στην αρχή pacta tertiis nec nocent nec prosunt, σύμφωνα με την οποία μια συνθήκη δεν δημιουργεί δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τρίτα κράτη χωρίς τη συναίνεσή τους. Στο ίδιο πλαίσιο, αμφισβητεί τη νομιμότητα της αρχικής συμφωνίας του 2019, υποστηρίζοντας ότι ο τότε επικεφαλής της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης, Φαγέζ αλ Σάρατζ, δεν είχε την απαιτούμενη εντολή για να υπογράψει μια συμφωνία με τέτοιο βάρος για το μέλλον της χώρας.
Κατά τον ίδιο, η μεταγενέστερη κοινοβουλευτική επικύρωση δεν αρκεί για να θεραπεύσει τις αρχικές νομικές πλημμέλειες που αποδίδει στο μνημόνιο. Επικαλείται, επίσης, τις θέσεις που έχουν διατυπωθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και τις αντιδράσεις των ΗΠΑ, της ΕΕ, της Αιγύπτου και της Κύπρου, τις οποίες εντάσσει στο ευρύτερο πλαίσιο της αμφισβήτησης της συμφωνίας.
Ο ρόλος της αλλαγής στο Κοινοβούλιο και των Χαφτάρ
Ως προς τους λόγους που οδήγησαν στην επικύρωση, ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος εκτιμά ότι ρόλο ενδέχεται να διαδραμάτισε η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στο Κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης, μετά την αποχώρηση του Αγκίλα Σάλεχ, αλλά και η μεταβολή της στάσης του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ και του γιου του, Σαντάμ Χαφτάρ.
«Στη Λιβύη δεν είναι καθόλου ομαλή η κατάσταση, καθώς έχουμε φυλάρχους να ασκούν πολιτική», αναφέρει, προσθέτοντας ότι τόσο η πλευρά της Τρίπολης όσο και εκείνη της Βεγγάζης αντιμετωπίζουν κατηγορίες για ζητήματα διαφθοράς. Όπως επισημαίνει, η απουσία μιας σταθερής και ευρέως νομιμοποιημένης κυβέρνησης δυσχεραίνει σημαντικά τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων και την άσκηση εξωτερικής πολιτικής.
Σύμφωνα με την προσέγγισή του, η μεταβατική κατάσταση της χώρας εγείρει ερωτήματα για τη νομιμοποίηση των πολιτικών και θεσμικών οργάνων να προχωρούν σε συμφωνίες που δεσμεύουν τη Λιβύη σε βάθος χρόνου.

Ο διεθνολόγος εκτιμά ότι η επικύρωση προσφέρει στην Άγκυρα ένα πρόσθετο πολιτικό επιχείρημα, χωρίς όμως να ενισχύει αυτομάτως τη νομική βάση των διεκδικήσεών της.
«Η Τουρκία πλέον, με την εξέλιξη αυτή, ενισχύει σε θέμα προπαγάνδας, όχι δικαίου, τις δικές της αξιώσεις», τονίζει.
Παράλληλα, εκτιμά ότι η εξέλιξη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αφορμή για την ενεργοποίηση των αντανακλαστικών της ελληνικής κυβέρνησης σε ζητήματα που συνδέονται με τις ελληνοτουρκικές διαφορές και τις περιφερειακές ισορροπίες, όπως το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου και η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων νοτίως της Κρήτης.
«Να συνεχίσουμε να μιλάμε και με τις δύο πλευρές»
Ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος επισημαίνει, ωστόσο, ότι δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο πως η κυβέρνηση της δυτικής Λιβύης θα υιοθετήσει άμεσα την απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων. Η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση μεταξύ Τρίπολης και Βεγγάζης, όπως εξηγεί, δημιουργεί ένα σύνθετο πολιτικό περιβάλλον, ενώ η υιοθέτηση της συμφωνίας θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές εντάσεις με την Ελλάδα, την Κύπρο και την Αίγυπτο.
Σε αυτό το πλαίσιο, τάσσεται υπέρ της διατήρησης των διαύλων επικοινωνίας της Αθήνας και με τις δύο πλευρές της Λιβύης, απορρίπτοντας την ιδέα της εγκατάλειψης των επαφών ως απάντηση σε μια τουρκική επιτυχία.
«Η άποψή μου είναι ότι η Ελλάδα θα πρέπει να συνεχίσει να μιλά και με τις δύο πλευρές. Αλίμονο αν όποτε η Τουρκία έχει κάποια επιτυχία εμείς να σηκωνόμαστε να φεύγουμε. Η εξωτερική πολιτική θέλει υπομονή και επιμονή», καταλήγει.
-: -
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το - στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.


