Η Εθνική Τράπεζα ολοκλήρωσε το εννεάμηνο του 2026 με κέρδη μετά φόρων προ εκτάκτων ύψους 996 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική των βασικών τραπεζικών εργασιών και τη σταθερότητα του ισολογισμού της. Πίσω από τα ισχυρά μεγέθη, ωστόσο, η σχεδόν αμετάβλητη τελική κερδοφορία των μετόχων, η αύξηση των λειτουργικών δαπανών και η υποχώρηση του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης στο τρίτο τρίμηνο συνθέτουν μια περισσότερο σύνθετη εικόνα για τις προοπτικές της.
Με κέρδη μετά από φόρους ύψους 996 εκατ. ευρώ, πριν από έκτακτα στοιχεία, ολοκλήρωσε το εννεάμηνο του 2026 η Εθνική Τράπεζα, επιβεβαιώνοντας ότι εξακολουθεί να διαθέτει υψηλή οργανική κερδοφορία, ιδιαίτερα ισχυρή κεφαλαιακή βάση και σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης.
Ωστόσο, πίσω από την εικόνα της ισχυρής επίδοσης διακρίνονται ορισμένα στοιχεία που αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Η ετήσια αύξηση της προσαρμοσμένης κερδοφορίας περιορίστηκε στο 2%, ενώ τα καθαρά κέρδη που αναλογούν στους μετόχους διαμορφώθηκαν σε 888 εκατ. ευρώ, έναντι 885 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Με άλλα λόγια, η τελική κερδοφορία των μετόχων παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμη, παρά τη σημαντική αύξηση του δανειακού χαρτοφυλακίου και την ενίσχυση των βασικών τραπεζικών δραστηριοτήτων.
Ταυτόχρονα, τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν με ρυθμό υπερδιπλάσιο εκείνου των συνολικών εσόδων, τα αποτελέσματα από χρηματοοικονομικές πράξεις υποχώρησαν αισθητά και η πιστωτική επέκταση εμφάνισε σαφή επιβράδυνση στο τρίτο τρίμηνο.
Τα στοιχεία δεν συνιστούν ένδειξη προβλήματος κεφαλαιακής επάρκειας ή ποιότητας ενεργητικού. Αντίθετα, η Εθνική παραμένει μια από τις ισχυρότερα κεφαλαιοποιημένες ελληνικές τράπεζες. Αναδεικνύουν όμως τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο Όμιλος στην προσπάθειά του να μετατρέψει τη διεύρυνση των εργασιών του σε αντίστοιχη αύξηση της τελικής κερδοφορίας.
Πρώτο «αγκάθι»: Κέρδη ενός δισεκατομμυρίου, αλλά σχεδόν μηδενική αύξηση για τους μετόχους
Το σημαντικότερο στοιχείο της ανακοίνωσης βρίσκεται στη διαφορά μεταξύ των κερδών πριν από έκτακτες επιδράσεις και των τελικών κερδών που αναλογούν στους μετόχους.
Η Εθνική παρουσίασε κέρδη μετά από φόρους, προ εκτάκτων, ύψους 996 εκατ. ευρώ, έναντι 979 εκατ. ευρώ στο εννεάμηνο του 2025. Πρόκειται για αύξηση μόλις 1,7%, η οποία στρογγυλοποιείται από την τράπεζα στο 2%.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα των κερδών που αναλογούν στους μετόχους, τα οποία έφτασαν τα 888 εκατ. ευρώ από 885 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα, παρουσιάζοντας οριακή αύξηση περίπου 0,3%.
Η σύγκριση απαιτεί πάντως προσοχή, καθώς και οι δύο περίοδοι περιλαμβάνουν έκτακτες επιδράσεις διαφορετικής φύσης. Το 2026 καταγράφονται, μεταξύ άλλων, πρόβλεψη περίπου 60 εκατ. ευρώ για πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου και επιβάρυνση περίπου 30 εκατ. ευρώ σχετική με τον ΛΕΠΕΤΕ. Το 2025 είχε επιβαρυνθεί από συναλλαγματική επίπτωση 86 εκατ. ευρώ που συνδεόταν με το κλείσιμο του υποκαταστήματος στην Αίγυπτο.
Ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία ότι ακόμη και σε προσαρμοσμένη βάση η αύξηση της κερδοφορίας παραμένει περιορισμένη.
Η ετήσια άνοδος των εξυπηρετούμενων δανείων κατά 13% και των εσόδων από προμήθειες κατά 10% δεν μεταφράστηκε σε ανάλογη αύξηση των καθαρών κερδών του εννεαμήνου.
Αυτό αποτελεί ίσως το σημαντικότερο ερώτημα για τους επενδυτές: πόσο αποτελεσματικά μπορεί η Εθνική να μετατρέπει τη μεγέθυνση των εργασιών της σε πρόσθετη κερδοφορία;
Δεύτερο «αγκάθι»: Τα έξοδα τρέχουν γρηγορότερα από τα έσοδα
Η δεύτερη σημαντική αδυναμία εντοπίζεται στην εξέλιξη των λειτουργικών δαπανών.
Τα συνολικά λειτουργικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 3%, από 2,092 δισ. ευρώ σε 2,151 δισ. ευρώ. Αντίθετα, τα λειτουργικά έξοδα ενισχύθηκαν κατά 8%, φτάνοντας τα 741 εκατ. ευρώ από 685 εκατ. ευρώ.
Πρακτικά, η τράπεζα κατέγραψε πρόσθετα έσοδα περίπου 59 εκατ. ευρώ, την ώρα που οι λειτουργικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 56 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για μια σχέση που αποτυπώνει με ιδιαίτερη σαφήνεια την πίεση στην ανάπτυξη της λειτουργικής κερδοφορίας.
| Βασικά μεγέθη | 9μηνο 2025 | 9μηνο 2026 | Μεταβολή |
|---|---|---|---|
| Καθαρά έσοδα τόκων | 1.606 εκατ. € | 1.683 εκατ. € | +5% |
| Καθαρά έσοδα προμηθειών | 336 εκατ. € | 371 εκατ. € | +10% |
| Έσοδα συναλλαγών και λοιπά | 150 εκατ. € | 97 εκατ. € | -35% |
| Συνολικά έσοδα | 2.092 εκατ. € | 2.151 εκατ. € | +3% |
| Λειτουργικά έξοδα | 685 εκατ. € | 741 εκατ. € | +8% |
| Κέρδη προ προβλέψεων | 1.407 εκατ. € | 1.410 εκατ. € | ~0% |
| Κέρδη μετά φόρων, προ εκτάκτων | 979 εκατ. € | 996 εκατ. € | +2% |
| Κέρδη αναλογούντα στους μετόχους | 885 εκατ. € | 888 εκατ. € | ~0% |
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι τα συνολικά κέρδη προ προβλέψεων διαμορφώθηκαν σε 1,410 δισ. ευρώ, ουσιαστικά αμετάβλητα από τα 1,407 δισ. ευρώ της αντίστοιχης περσινής περιόδου.
Αυτό σημαίνει ότι, σε επίπεδο συνολικού λειτουργικού αποτελέσματος πριν από τις προβλέψεις, η τράπεζα εμφάνισε σχεδόν μηδενική αύξηση παρά την ενίσχυση των βασικών τραπεζικών εσόδων.
Βεβαίως, η εικόνα είναι καλύτερη στις αμιγώς βασικές δραστηριότητες, όπου τα κέρδη προ προβλέψεων αυξήθηκαν κατά 4%. Ωστόσο, το συνολικό αποτέλεσμα υπογραμμίζει πόσο σημαντική είναι η επίπτωση των υπόλοιπων πηγών εσόδων και του κόστους.
Ο δείκτης κόστους προς έσοδα διαμορφώθηκε στο 34,4%. Παραμένει εξαιρετικά ανταγωνιστικός σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά είναι υψηλότερος από το συγκρίσιμο, εξομαλυμένο 33,3% που παρουσιάζει η τράπεζα για το προηγούμενο εννεάμηνο.
Η αύξηση των δαπανών συνδέεται με μισθολογικές επιβαρύνσεις, επενδύσεις στην τεχνολογία, τον ψηφιακό μετασχηματισμό και τη βελτίωση της εξυπηρέτησης των πελατών. Οι επενδύσεις αυτές μπορεί να στηρίξουν την παραγωγικότητα τα επόμενα χρόνια. Προς το παρόν, όμως, η επιβάρυνση καταγράφεται στα αποτελέσματα ταχύτερα από όσο αποτυπώνονται τα αναμενόμενα οφέλη τους.
Τρίτο «αγκάθι»: Βουτιά 35% στα έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις
Ακόμη ένα στοιχείο που περιορίζει τη δυναμική της κερδοφορίας είναι η σημαντική μείωση των εσόδων από χρηματοοικονομικές συναλλαγές και λοιπές δραστηριότητες.
Στο εννεάμηνο του 2026 τα συγκεκριμένα έσοδα ανήλθαν σε 97 εκατ. ευρώ, έναντι 150 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Η υποχώρηση φτάνει το 35% και αντιστοιχεί σε απώλεια εσόδων περίπου 53 εκατ. ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή εξηγεί γιατί η αύξηση των βασικών εσόδων από τόκους και προμήθειες δεν αποτυπώθηκε με αντίστοιχη ένταση στο σύνολο των εσόδων.
Συγκεκριμένα, τα βασικά τραπεζικά έσοδα αυξήθηκαν κατά περίπου 111 εκατ. ευρώ, αλλά περισσότερο από το 45% αυτής της αύξησης αντισταθμίστηκε από τη μείωση των εσόδων από χρηματοοικονομικές πράξεις και λοιπές δραστηριότητες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα αντιμετωπίζει πρόβλημα στις κύριες δραστηριότητές της. Αναδεικνύει, όμως, την ευαισθησία της συνολικής κερδοφορίας σε μεταβολές των εσόδων που δεν έχουν τον ίδιο επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα με τους τόκους και τις προμήθειες.
Για τους επενδυτές, έχει ιδιαίτερη σημασία να διαπιστωθεί κατά πόσο η περαιτέρω ενίσχυση των βασικών δραστηριοτήτων θα μπορέσει να υπερκαλύψει αυτή τη μεταβλητότητα.
Τέταρτο «αγκάθι»: Η πιστωτική επέκταση επιβραδύνθηκε στο τρίτο τρίμηνο
Η εικόνα του δανειακού χαρτοφυλακίου αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα στοιχεία της Εθνικής σε ετήσια βάση. Τα εξυπηρετούμενα δάνεια έφτασαν τα 39,2 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 13% σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2025.
Ωστόσο, η σύγκριση του τρίτου τριμήνου με το δεύτερο αποκαλύπτει μια διαφορετική εικόνα. Τα εξυπηρετούμενα δάνεια ανήλθαν σε 39,150 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο, έναντι 39,052 δισ. ευρώ τον Ιούνιο.
Η καθαρή αύξηση του χαρτοφυλακίου περιορίστηκε έτσι σε περίπου 98 εκατ. ευρώ μέσα στο τρίτο τρίμηνο.
Πρόκειται για σαφώς πιο συγκρατημένη επίδοση από εκείνη που υποδηλώνει ο υψηλός ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης. Σύμφωνα με τη διοίκηση, η εξέλιξη συνδέεται με την εποχική επιβράδυνση της πιστωτικής δραστηριότητας και με πρόωρες αποπληρωμές επιχειρηματικών δανείων.
Οι συνολικές εκταμιεύσεις στο εννεάμηνο προσέγγισαν τα 7,9 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 28% σε ετήσια βάση. Ωστόσο, οι εκταμιεύσεις δεν ισοδυναμούν με καθαρή πιστωτική επέκταση, καθώς μέρος τους αντισταθμίζεται από αποπληρωμές.
Η καθαρή αύξηση των εξυπηρετούμενων δανείων από την αρχή του έτους διαμορφώθηκε σε 2,2 δισ. ευρώ.
Με δεδομένο ότι η Εθνική διατηρεί στόχο για πιστωτική επέκταση άνω των 3 δισ. ευρώ στο σύνολο του 2026, το τελευταίο τρίμηνο θα πρέπει να συνεισφέρει περισσότερα από 800 εκατ. ευρώ για την επίτευξη του στόχου.
Η διοίκηση εμφανίζεται αισιόδοξη, επικαλούμενη εγκεκριμένες αλλά μη εκταμιευμένες χρηματοδοτήσεις περίπου 2,5 δισ. ευρώ. Εντούτοις, η πραγματική εκταμίευση αυτών των δανείων και ο καθαρός αντίκτυπός τους στον ισολογισμό θα αποτελέσουν κρίσιμη δοκιμασία για το τέταρτο τρίμηνο.
Πέμπτο «αγκάθι»: Χαμηλότερος CET1 από πέρυσι και μικρή υποχώρηση της κάλυψης των προβληματικών δανείων
Η Εθνική εξακολουθεί να διαθέτει ιδιαίτερα ισχυρή κεφαλαιακή βάση, με δείκτη CET1 στο 17,5% και συνολικό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο 21,2%. Η επίδοση αυτή προσφέρει σημαντική ασφάλεια και στρατηγική ευελιξία.
Ωστόσο, η ετήσια σύγκριση δείχνει ότι ο CET1 έχει υποχωρήσει από το 19% του Σεπτεμβρίου 2025 στο 17,5% τον Σεπτέμβριο 2026.
Η μείωση κατά 150 μονάδες βάσης δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως ένδειξη κεφαλαιακής αδυναμίας. Συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τις διανομές προς τους μετόχους, τις επαναγορές μετοχών και τις μεταβολές των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού. Άλλωστε, σε τριμηνιαία βάση ο δείκτης ενισχύθηκε κατά 20 μονάδες βάσης.
Παρόλα αυτά, η εξέλιξη υπογραμμίζει ότι η μεγάλη κεφαλαιακή υπεροχή της τράπεζας αξιοποιείται πλέον ενεργά και ότι οι μελλοντικές αποφάσεις για διανομές, εξαγορές και πιστωτική επέκταση θα πρέπει να διατηρούν την απαιτούμενη ισορροπία.
Στο μέτωπο της ποιότητας ενεργητικού, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων παρέμεινε στο 2,4%, στοιχείο σαφώς θετικό.
Ωστόσο, η κάλυψη των NPEs από προβλέψεις υποχώρησε οριακά στο 103% από 105% το δεύτερο τρίμηνο, ενώ η κάλυψη των ανοιγμάτων σταδίου 3 διαμορφώθηκε περίπου στο 53%, έναντι 55% τον Ιούνιο.
Οι μεταβολές αυτές είναι περιορισμένες και οι δείκτες παραμένουν ισχυροί. Δεν επιτρέπουν, συνεπώς, συμπέρασμα περί ουσιαστικής επιδείνωσης της ποιότητας του χαρτοφυλακίου. Αποτελούν, ωστόσο, μεγέθη που απαιτούν παρακολούθηση, ειδικά σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών και χρηματοοικονομικών κινδύνων.
Η θετική εξαίρεση: Ισχυρή επιτάχυνση στο τρίτο τρίμηνο
Η κριτική αποτίμηση του εννεαμήνου δεν πρέπει να επισκιάσει μια ουσιαστική θετική εξέλιξη: η εικόνα της λειτουργικής δραστηριότητας βελτιώθηκε στο τρίτο τρίμηνο.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 6% σε τριμηνιαία βάση, φτάνοντας τα 587 εκατ. ευρώ, από 555 εκατ. ευρώ το προηγούμενο τρίμηνο.
Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο ενισχύθηκε στις 288 μονάδες βάσης από 273 μονάδες βάσης, επωφελούμενο από την άνοδο των επιτοκίων αναφοράς και τη μεταγενέστερη ανατιμολόγηση μέρους των στοιχείων ενεργητικού.
Τα κέρδη μετά φόρων, προ εκτάκτων, διαμορφώθηκαν στα 335 εκατ. ευρώ το τρίτο τρίμηνο, αυξημένα κατά 6% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο.
Επομένως, παρότι η συνολική εικόνα του εννεαμήνου εμφανίζει περιορισμένη αύξηση κερδοφορίας, η τελευταία τριμηνιαία επίδοση παρουσιάζει σαφή βελτίωση.
Υπάρχουν, πάντως, και εδώ επιμέρους στοιχεία που αξίζουν προσοχής. Τα καθαρά έσοδα προμηθειών υποχώρησαν οριακά στα 128 εκατ. ευρώ από 129 εκατ. ευρώ το δεύτερο τρίμηνο, παρά τη συνολική ετήσια αύξηση κατά 10% στο εννεάμηνο.
Η διοίκηση αποδίδει την εξέλιξη στην ιδιαίτερα υψηλή συγκριτική βάση του δεύτερου τριμήνου, λόγω δραστηριοτήτων σχετικών με το Ταμείο Ανάκαμψης και των ισχυρών επιδόσεων στις κεφαλαιαγορές.
Η συγκεκριμένη εξήγηση είναι εύλογη, ωστόσο οι προμήθειες θα πρέπει να επανέλθουν σε ανοδική πορεία προκειμένου η τράπεζα να συνεχίσει να διαφοροποιεί τις πηγές εσόδων της.
Το ισχυρότερο χαρτί της Εθνικής: Καταθέσεις, ρευστότητα και κεφάλαια
Παρά τις επιμέρους αδυναμίες, η Εθνική διαθέτει ορισμένα διαρθρωτικά πλεονεκτήματα που τη διαφοροποιούν.
Οι καταθέσεις του Ομίλου ανήλθαν στα 62,3 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 7% σε ετήσια βάση. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι πάνω από το 80% των συνολικών καταθέσεων αφορά λογαριασμούς όψεως και ταμιευτηρίου χαμηλού κόστους.
Η σύνθεση αυτή επιτρέπει στην Εθνική να διατηρεί σημαντικό πλεονέκτημα στο κόστος χρηματοδότησης, το οποίο διαμορφώθηκε κάτω από τις 70 μονάδες βάσης.
Ταυτόχρονα, ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας ανήλθε στο 231%, ενώ ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις διαμορφώθηκε στο 67%.
Τα μεγέθη αυτά παρέχουν ουσιαστικά περιθώρια αύξησης των χορηγήσεων χωρίς άμεση ανάγκη επιθετικής αναζήτησης ακριβότερης χρηματοδότησης.
Ένα δεύτερο σημαντικό πλεονέκτημα παραμένει η υψηλή οργανική δημιουργία κεφαλαίων, η οποία επιτρέπει στην τράπεζα να χρηματοδοτεί την ανάπτυξή της και ταυτόχρονα να επιστρέφει κεφάλαια στους μετόχους.
Μέρισμα 230 εκατ. ευρώ και επαναγορές 530 εκατ. ευρώ
Η πολιτική ανταμοιβής των μετόχων παραμένει κεντρικός πυλώνας της στρατηγικής της Εθνικής.
Η τράπεζα ανακοίνωσε ενδιάμεσο μέρισμα 230 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχεί περίπου σε 0,26 ευρώ ανά μετοχή και πρόκειται να καταβληθεί στις 20 Νοεμβρίου 2026.
Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη πρόγραμμα επαναγοράς ιδίων μετοχών συνολικού ύψους περίπου 530 εκατ. ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με την ανακοίνωση, είχε υλοποιηθεί κατά περίπου 40%.
Για το εννεάμηνο έχει ήδη ενσωματωθεί κεφαλαιακά πρόβλεψη διανομής ίση με 60% των κερδών. Το τελικό ποσοστό διανομής για τη χρήση του 2026 θα καθοριστεί στο τέλος του έτους και θα υπόκειται στις προβλεπόμενες εγκρίσεις.
Η ισχυρή διανομή κεφαλαίων αποτελεί θετικό στοιχείο για τους μετόχους. Ωστόσο, αναδεικνύει και μια βασική πρόκληση: η τράπεζα καλείται να συνδυάσει υψηλές επιστροφές κεφαλαίων με επενδύσεις στην τεχνολογία, πιθανές εξαγορές και ταυτόχρονη χρηματοδότηση της πιστωτικής επέκτασης.
Οι στόχοι για το 2026 και το κρίσιμο στοίχημα του 2027
Ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής, Παύλος Μυλωνάς, εμφανίστηκε αισιόδοξος για τις προοπτικές της τράπεζας, εκτιμώντας ότι η επίδοση του εννεαμήνου ενισχύει τη δυνατότητα υπέρβασης βασικών αναβαθμισμένων στόχων για το σύνολο του 2026.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τα καθαρά έσοδα από τόκους, ο δείκτης κόστους προς έσοδα, τα κέρδη ανά μετοχή και η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων.
Η διοίκηση αναμένει ότι η αυξημένη δυναμική των βασικών εσόδων θα συνεχιστεί και το 2027, με τη συνδρομή της περαιτέρω πιστωτικής επέκτασης και των επενδύσεων στον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Η ολοκλήρωση της ανάπτυξης του νέου βασικού τραπεζικού συστήματος και η ευρύτερη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης αποτελούν σημαντικά στοιχεία αυτής της στρατηγικής.
Ωστόσο, το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο η αύξηση των εσόδων. Είναι η επίτευξη υψηλότερου ρυθμού αύξησης των καθαρών κερδών, χωρίς τα λειτουργικά έξοδα να απορροφούν σημαντικό μέρος της πρόσθετης παραγωγής εισοδήματος.
Η διατήρηση υψηλών επιτοκιακών εσόδων θα εξαρτηθεί επίσης από τις μελλοντικές αποφάσεις νομισματικής πολιτικής και την εξέλιξη του κόστους καταθέσεων.
Συμπέρασμα: Ισχυρή τράπεζα, αλλά το επόμενο βήμα απαιτεί μεγαλύτερη αύξηση κερδών
Τα αποτελέσματα εννεαμήνου της Εθνικής Τράπεζας δεν αποκαλύπτουν μια τράπεζα που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Αντίθετα, η Εθνική εμφανίζει ισχυρή ρευστότητα, υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια, χαμηλά μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα και αξιοσημείωτη ανάπτυξη βασικών δραστηριοτήτων.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι τόσο μονοδιάστατα θετική όσο θα μπορούσε να υποδηλώνει η ανακοίνωση κερδών που προσεγγίζουν το ένα δισεκατομμύριο ευρώ.
Η σχεδόν μηδενική αύξηση των κερδών που αναλογούν στους μετόχους, η ταχύτερη άνοδος των λειτουργικών δαπανών, η υποχώρηση των εσόδων από χρηματοοικονομικές πράξεις και η επιβράδυνση της πιστωτικής επέκτασης στο τρίτο τρίμηνο συνιστούν πραγματικές προκλήσεις.
Από την άλλη πλευρά, η επιτάχυνση των καθαρών εσόδων από τόκους και η υψηλή κερδοφορία του τρίτου τριμήνου υποδηλώνουν ότι η δυναμική μπορεί να ενισχυθεί στο τελευταίο μέρος της χρονιάς.
Το καθοριστικό ερώτημα για τους επενδυτές δεν είναι εάν η Εθνική παραμένει ισχυρή. Τα στοιχεία δείχνουν ότι παραμένει. Το ερώτημα είναι εάν θα μπορέσει να μετατρέψει αυτή την ισχύ σε ουσιαστική και διατηρήσιμη αύξηση της τελικής κερδοφορίας.
Η απάντηση θα κριθεί από τις επιδόσεις του τέταρτου τριμήνου και, κυρίως, από τη δυνατότητα της τράπεζας να περιορίσει την απόκλιση μεταξύ της αύξησης των εργασιών της και της πραγματικής αύξησης των κερδών που καταλήγουν στους μετόχους.
-: Εθνική Τράπεζα, επίσημη ανακοίνωση οικονομικών αποτελεσμάτων Γ΄ τριμήνου και εννεαμήνου 2026, 4 Νοεμβρίου 2026.


