Τα καθαρά κέρδη ύψους 893 εκατ. ευρώ στο εννεάμηνο του 2026 επιβεβαιώνουν την υψηλή κερδοφορία της Πειραιώς. Πίσω από το συνολικό αποτέλεσμα, όμως, η εικόνα του τρίτου τριμήνου είναι αισθητά λιγότερο ευνοϊκή: τα κέρδη υποχώρησαν κατά 18,2% σε τριμηνιαία βάση, οι προβλέψεις αυξήθηκαν, ο δείκτης κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων μειώθηκε στο 58% και ο CET1 παραμένει σημαντικά χαμηλότερα από πέρυσι.
Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων δίνει έμφαση στην αύξηση των κερδών ανά μετοχή και στη διεύρυνση των δραστηριοτήτων μέσω της Εθνικής Ασφαλιστικής. Ωστόσο, η αποτίμηση της ανθεκτικότητας μιας τράπεζας προϋποθέτει εξέταση και των μεταβολών στην ποιότητα του ενεργητικού, στην κεφαλαιακή θέση και στις επαναλαμβανόμενες αποδόσεις. Σε αυτά ακριβώς τα πεδία εμφανίζονται ενδείξεις πίεσης.
Μείωση 18,2% των τριμηνιαίων κερδών
Τα καθαρά κέρδη που αναλογούν στους μετόχους υποχώρησαν σε 275 εκατ. ευρώ το γ΄ τρίμηνο, από 336 εκατ. ευρώ το β΄ τρίμηνο, καταγράφοντας μείωση 18,2%. Τα κέρδη προ φόρων μειώθηκαν στα 370 εκατ. ευρώ, από 452 εκατ. ευρώ (-18,1%), ενώ τα κέρδη προ προβλέψεων περιορίστηκαν στα 499 εκατ. ευρώ, από 544 εκατ. ευρώ (-8,3%).
Η επιβράδυνση δεν αφορά μόνο τη μη επαναλαμβανόμενη κερδοφορία. Τα βασικά λειτουργικά κέρδη υποχώρησαν από 320 εκατ. σε 301 εκατ. ευρώ (-5,9%) και τα εξομαλυμένα καθαρά κέρδη από 340 εκατ. σε 281 εκατ. ευρώ. Η εξομαλυμένη απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων υποχώρησε από 16,9% σε 13,7% μέσα σε ένα τρίμηνο.
| Μέγεθος | Β΄ τρίμ. 2026 | Γ΄ τρίμ. 2026 | Μεταβολή |
|---|---|---|---|
| Καθαρά κέρδη μετόχων | 336 εκατ. € | 275 εκατ. € | -18,2% |
| Κέρδη προ φόρων | 452 εκατ. € | 370 εκατ. € | -18,1% |
| Βασικά λειτουργικά κέρδη | 320 εκατ. € | 301 εκατ. € | -5,9% |
| Έσοδα υπηρεσιών | 251 εκατ. € | 217 εκατ. € | -13,5% |
| Κόστος πιστωτικού κινδύνου | 65 εκατ. € | 90 εκατ. € | +38,5% |
Η αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους στα 542 εκατ. ευρώ (+7% τριμηνιαίως) δεν ήταν αρκετή για να αποτρέψει την κάμψη της τελικής κερδοφορίας. Η απόκλιση αποτυπώνει τη σημασία των υψηλότερων προβλέψεων και των χαμηλότερων μη επιτοκιακών εσόδων.
Απότομη αύξηση του κόστους πιστωτικού κινδύνου
Το κόστος πιστωτικού κινδύνου αυξήθηκε από 65 εκατ. σε 90 εκατ. ευρώ σε ένα τρίμηνο. Ο ετησιοποιημένος οργανικός δείκτης διαμορφώθηκε στις 80 μονάδες βάσης, από 59 μονάδες βάσης το προηγούμενο τρίμηνο και 63 μονάδες βάσης έναν χρόνο νωρίτερα.
Η διοίκηση εξηγεί ότι περίπου 50 εκατ. ευρώ απομειώσεων σχετίζονται με το χαρτοφυλάκιο Parthenon, που ταξινομήθηκε ως διακρατούμενο προς πώληση. Η ιδιαιτερότητα αυτή έχει σημασία, καθώς η άνοδος δεν αποτελεί αυτομάτως ένδειξη γενικευμένης επιδείνωσης όλων των νέων δανείων. Το κόστος όμως καταγράφεται στα αποτελέσματα και επιβαρύνει τη συνολική επίδοση.
Σε επίπεδο εννεαμήνου, ο δείκτης οργανικού κόστους κινδύνου βρίσκεται στις 57 μονάδες βάσης, σε ευθυγράμμιση με τον στόχο της τράπεζας. Η μεταβολή του τρίτου τριμήνου παραμένει, ωστόσο, σημείο που απαιτεί παρακολούθηση.
Κάλυψη των NPE στο 58% από 71% πριν από έναν χρόνο
Η κάλυψη των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων από αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες υποχώρησε στο 58%, έναντι 67% τον Ιούνιο του 2026 και 71% τον Σεπτέμβριο του 2025. Πρόκειται για μείωση 13 ποσοστιαίων μονάδων σε ετήσια βάση.
Η Πειραιώς αποδίδει τη μείωση στην πώληση χαρτοφυλακίων NPE που είχαν υψηλότερη κάλυψη. Ωστόσο, η αριθμητική μεταβολή παραμένει ουσιώδης για την αξιολόγηση του εναπομείναντος χαρτοφυλακίου. Οι αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες που περιλαμβάνονται στον συγκεκριμένο υπολογισμό μειώθηκαν από 791 εκατ. σε 669 εκατ. ευρώ.
Ο δείκτης δεν μπορεί να αξιολογηθεί χωρίς συνεκτίμηση των εξασφαλίσεων, της σύνθεσης των απαιτήσεων και των αναμενόμενων ανακτήσεων. Με δεδομένη όμως τη διεθνή οικονομική αβεβαιότητα, η μικρότερη λογιστική κάλυψη συνιστά σαφές σημείο προσοχής.
Ο δημοσιευμένος δείκτης NPE και οι αναδιαρθρωμένες πιστώσεις
Η τράπεζα ανακοίνωσε δείκτη NPE στο 2,0%, από 2,5% έναν χρόνο νωρίτερα. Στις αναλυτικές επεξηγήσεις, ωστόσο, διευκρινίζει ότι ο δημοσιευμένος δείκτης είναι προσαρμοσμένος ώστε να μην περιλαμβάνει 228 εκατ. ευρώ εξυπηρετούμενων, αλλά πιστωτικά απομειωμένων δανείων που συνδέονται με πρόγραμμα αναδιάρθρωσης. Το αντίστοιχο μέγεθος του Σεπτεμβρίου 2025 ήταν μόλις 19 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με την ίδια την τράπεζα, εάν τα ανοίγματα αυτά προστεθούν στον αριθμητή, ο δείκτης θα ανερχόταν στο 2,5% τον Σεπτέμβριο 2026, έναντι 2,6% τον Σεπτέμβριο 2025. Σε αυτή την ευρύτερη βάση, η βελτίωση περιορίζεται σε 0,1 ποσοστιαία μονάδα.
Η διαφορετική παρουσίαση δεν αποδεικνύει απόκρυψη προβληματικών δανείων ούτε σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα εξυπηρετούμενα ανοίγματα είναι ληξιπρόθεσμα. Αποκαλύπτει όμως ότι η εξέλιξη του πιστωτικού κινδύνου είναι λιγότερο ευνοϊκή υπό αυτή την εναλλακτική παραδοχή σε σχέση με ό,τι υποδηλώνει ο βασικός δημοσιευμένος δείκτης.
CET1 στο 12,9%: Απώλεια 150 μονάδων βάσης σε ετήσια βάση
Η κεφαλαιακή θέση εμφανίζει επίσης σημαντική ετήσια υποχώρηση. Ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 12,9%, έναντι 14,4% τον Σεπτέμβριο 2025, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαίων μειώθηκε από 20,6% σε 18,6%.
Η διοίκηση αποδίδει τη μεταβολή στην αύξηση των δανείων, στις προβλεπόμενες διανομές, στην επιταχυνόμενη απόσβεση των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων και σε πρόσθετες επιδράσεις του ισολογισμού. Οι εποπτικές απαιτήσεις εξακολουθούν να καλύπτονται, κάτι που δεν επιτρέπει να συναχθεί συμπέρασμα άμεσης κεφαλαιακής ανεπάρκειας. Το περιθώριο κεφαλαιακής ευχέρειας, ωστόσο, είναι μικρότερο από πέρυσι.
Σημαντικό ποιοτικό στοιχείο παραμένει η αναλογία των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων προς CET1, η οποία ανέρχεται στο 51%. Η σταδιακή μείωση αυτού του ποσοστού δεν έχει ακόμη εξαλείψει την υψηλή συμμετοχή των συγκεκριμένων πιστώσεων στη σύνθεση των βασικών κεφαλαίων.
Ο ετήσιος στόχος για CET1 άνω του 13% συνδέεται με την περαιτέρω οργανική παραγωγή κεφαλαίου και ενέργειες όπως συνθετικές τιτλοποιήσεις. Επομένως, η σχεδιαζόμενη βελτίωση παραμένει προς επιβεβαίωση στα αποτελέσματα του τελευταίου τριμήνου.
Πτώση της ενσώματης λογιστικής αξίας ανά μετοχή
Τα ενσώματα ίδια κεφάλαια μειώθηκαν από 7,757 δισ. ευρώ τον Ιούνιο σε 7,477 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο. Η ενσώματη λογιστική αξία ανά μετοχή υποχώρησε από 6,30 ευρώ σε 6,07 ευρώ, χαμηλότερα και από τα 6,09 ευρώ του Σεπτεμβρίου 2025.
Οι διανομές και οι εταιρικές μεταβολές επηρεάζουν τη συγκεκριμένη μέτρηση και δεν μπορούν να αγνοηθούν. Ωστόσο, η αδυναμία ετήσιας αύξησης της ενσώματης λογιστικής αξίας ανά μετοχή παρά τα σημαντικά κέρδη αποτελεί εύλογο πεδίο αξιολόγησης της δημιουργίας κεφαλαιακής αξίας.
Η Εθνική Ασφαλιστική ενισχύει τα έσοδα, αλλά αλλάζει τη βάση σύγκρισης
Τα έσοδα από υπηρεσίες αυξήθηκαν κατά 39% στο εννεάμηνο, στα 679 εκατ. ευρώ, με σημαντική συμβολή της Εθνικής Ασφαλιστικής. Κατά συνέπεια, η ετήσια αύξηση δεν ισοδυναμεί εξ ολοκλήρου με οργανική ενίσχυση των παλαιών τραπεζικών δραστηριοτήτων.
Στο τρίτο τρίμηνο, τα ίδια έσοδα περιορίστηκαν από 251 εκατ. σε 217 εκατ. ευρώ, ενώ το αποτέλεσμα χρηματοοικονομικών συναλλαγών μεταβλήθηκε από κέρδος 21 εκατ. ευρώ σε ζημία 19 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, τα επαναλαμβανόμενα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν από 636 εκατ. σε 722 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση στο εννεάμηνο.
Ο δείκτης κόστους προς έσοδα παραμένει στο ανταγωνιστικό 33%, αλλά η διεύρυνση των δραστηριοτήτων δημιουργεί και μεγαλύτερη βάση δαπανών, εντείνοντας την ανάγκη για σταθερή συνεισφορά των νέων πηγών εσόδων.
Η δοκιμασία του τελευταίου τριμήνου
Η υψηλή ρευστότητα, με LCR 212%, η αύξηση των καταθέσεων στα 69,2 δισ. ευρώ και η πιστωτική επέκταση κατά 2,2 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο αποτελούν ουσιαστικά θετικά χαρακτηριστικά του ισολογισμού. Δεν αρκούν, όμως, για να εξουδετερώσουν τα αρνητικά σήματα στην τριμηνιαία κερδοφορία και στα κεφαλαιακά περιθώρια.
Η Πειραιώς σχεδιάζει διανομή μετρητών 650 εκατ. ευρώ από τα κέρδη της χρήσης, υπό τις απαιτούμενες εγκρίσεις. Με τον CET1 χαμηλότερα από έναν χρόνο πριν, η ισορροπία μεταξύ αποδόσεων προς τους μετόχους και περαιτέρω κεφαλαιακής ενίσχυσης αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Η αποτίμηση των αποτελεσμάτων δεν οδηγεί σε συμπέρασμα συνολικής αποδυνάμωσης της τράπεζας, αλλά αποκαλύπτει σαφείς πιέσεις που δεν πρέπει να υποτιμηθούν. Για το επόμενο διάστημα, κρίσιμη θα είναι η επαναφορά της τριμηνιαίας κερδοφορίας, η ομαλοποίηση του κόστους κινδύνου, η σταθεροποίηση της κάλυψης NPE και η ανάκτηση κεφαλαιακού περιθωρίου. Η ποιότητα αυτής της βελτίωσης, και όχι μόνο το ύψος των ετήσιων κερδών, θα κρίνει την πραγματική ανθεκτικότητα του επιχειρηματικού μοντέλου.

