
«Βγάζουν υπερβολικά πολλά χρήματα». Με αυτή τη φράση ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εξαπέλυσε νέα επίθεση κατά των πετρελαϊκών εταιρειών, εκφράζοντας δημόσια την ενόχλησή του για τα τεράστια κέρδη που αποκομίζουν εν μέσω της ενεργειακής κρίσης.
«Δεν μου αρέσει. Και ίσως είμαι ο τελευταίος που θα έπρεπε να το λέει, γιατί πιστεύω βαθιά στην ελεύθερη αγορά», δήλωσε τη Δευτέρα στους δημοσιογράφους από το Οβάλ Γραφείο.
Η πτώση των τιμών της ενέργειας αποτελεί κρίσιμο πολιτικό στόχο για τον Τραμπ, μόλις τρεις μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Δημοκρατικοί έχουν σημαντικές πιθανότητες να ενισχύσουν τη δύναμή τους στο Κογκρέσο. Ωστόσο, η σύγκρουση με το Ιράν έχει εκτινάξει τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, μεταφέροντας το αυξημένο κόστος απευθείας στα αμερικανικά νοικοκυριά.
Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, την ώρα που οι πολίτες βλέπουν το κόστος ζωής να αυξάνεται, οι ενεργειακοί κολοσσοί καταγράφουν εντυπωσιακά οικονομικά αποτελέσματα.
Η Saudi Aramco, η μεγαλύτερη πετρελαϊκή εταιρεία στον κόσμο, ανακοίνωσε την Τρίτη ότι τα καθαρά κέρδη της αυξήθηκαν κατά 33% το δεύτερο τρίμηνο του έτους, φτάνοντας τα 33,4 δισεκατομμύρια δολάρια, έναντι 25,2 δισ. την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι.
Παράλληλα, οι Αμερικανοί συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα ακρίβειας, με τη μέση τιμή της βενζίνης να έχει αυξηθεί κατά 37% από την έναρξη του πολέμου. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ιδιαίτερα δυσμενές πολιτικό κλίμα για τον Τραμπ, ο οποίος αναζητά επειγόντως μια νίκη που θα αλλάξει την ατζέντα ενόψει των εκλογών.
«Πάρα πολλά χρήματα… Θα το πω ξεκάθαρα. Δεν είμαι καθόλου ευχαριστημένος», τόνισε χαρακτηριστικά.
Ένα γνώριμο μοτίβο
Η Aramco δεν αποτελεί εξαίρεση. Μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες σε όλο τον κόσμο ανακοινώνουν εκρηκτική αύξηση κερδών, ενώ η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν έχει περιορίσει σημαντικά τη διέλευση δεξαμενόπλοιων από τα Στενά του Ορμούζ, δυσκολεύοντας τις εξαγωγές πετρελαίου από την περιοχή.
Την Παρασκευή, η ExxonMobil ανακοίνωσε ότι τα κέρδη της για το δεύτερο τρίμηνο υπερδιπλασιάστηκαν, φτάνοντας τα 14,5 δισεκατομμύρια δολάρια, έναντι της αντίστοιχης περσινής περιόδου.
Η Chevron κατέγραψε ακόμη πιο εντυπωσιακή επίδοση, με καθαρά κέρδη 12,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων — περισσότερα από τέσσερις φορές υψηλότερα σε σχέση με ένα χρόνο πριν.
Ανάλογη εικόνα παρουσίασε και η βρετανική Shell, η οποία ανακοίνωσε σχεδόν 10 δισεκατομμύρια δολάρια κέρδη, σημειώνοντας τη δεύτερη μεγαλύτερη τριμηνιαία επίδοση στην ιστορία της.
Οι εκρηκτικές αποδόσεις του κλάδου ακολουθούν ένα γνώριμο μοτίβο: όταν η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου περιορίζεται, οι φόβοι για ελλείψεις εκτοξεύουν τις τιμές και, μαζί τους, τα κέρδη των εταιρειών, προκαλώντας έντονες πολιτικές αντιδράσεις.
Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, όταν ο τότε πρόεδρος Τζο Μπάιντεν κατηγόρησε τις ενεργειακές εταιρείες για «κερδοσκοπία εν μέσω πολέμου» και είχε εξετάσει ακόμη και την επιβολή έκτακτου φόρου στα υπερκέρδη τους.
Οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν σε τροχιά αστάθειας
Πριν από την έναρξη της σύγκρουσης ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν, το Brent — το διεθνές σημείο αναφοράς για τις τιμές του πετρελαίου — διαπραγματευόταν λίγο κάτω από τα 70 δολάρια το βαρέλι.
Στη συνέχεια ξεπέρασε τα 100 δολάρια, υποχώρησε μετά τις πρώτες ενδείξεις αποκλιμάκωσης και συνεχίζει να παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις ανάλογα με τις εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις. Το πρωί της Τρίτης (ώρα ΗΠΑ), το Brent κινείτο κοντά στα 80 δολάρια το βαρέλι, περίπου 14% υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα πριν από τη σύγκρουση.
Ο Ραχούλ Τσουντάρι, αντιπρόεδρος έρευνας της Rystad Energy, εξήγησε στο CNN ότι τα αποτελέσματα της Aramco ενισχύθηκαν και από την επιλογή της εταιρείας να εξάγει μεγαλύτερες ποσότητες προϊόντων υψηλής αξίας, όπως το ντίζελ.
Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η εικόνα αυτή δεν μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον, καθώς σημαντικό μέρος των πωλήσεων προήλθε από υπάρχοντα αποθέματα, τα οποία πλέον μειώνονται, ενώ οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν τον Ιούνιο μετά την — έστω και προσωρινή — συμφωνία κατάπαυσης του πυρός μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Παράλληλα, η Σαουδική Αραβία έχει αναγκαστεί να αναζητήσει εναλλακτικές διαδρομές για τις εξαγωγές της, μεταφέροντας μεγαλύτερες ποσότητες μέσω της Ερυθράς Θάλασσας. Ωστόσο, και αυτή η διαδρομή αντιμετωπίζει σοβαρούς κινδύνους.
Τον περασμένο μήνα, οι αντάρτες Χούθι, που υποστηρίζονται από το Ιράν, ανακοίνωσαν αποκλεισμό των σαουδαραβικών πλοίων που διέρχονται από το στενό Μπαμπ αλ-Μαντέμπ και ανέλαβαν την ευθύνη για επιθέσεις σε εμπορικά πλοία. Σύμφωνα με τον Τσουντάρι, οι εξαγωγές σαουδαραβικού πετρελαίου μέσω της Ερυθράς Θάλασσας έχουν μειωθεί τουλάχιστον κατά το ήμισυ.
Όσο οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, οι πετρελαϊκές εταιρείες θα συνεχίσουν να αποκομίζουν τεράστια κέρδη — εκτός κι αν επιλέξουν να ανταποκριθούν στις εκκλήσεις του Ντόναλντ Τραμπ να μειώσουν τις τιμές των καυσίμων για τους καταναλωτές.


